Αρχική Blog Σελίδα 3

Σαράντα χρόνια στην ΕΕ: Οι χαμένες ευκαιρίες και η ανάγκη να αποτραπεί η ειδική σχέση ΕΕ-Τουρκίας

Σαράντα χρόνια μετά την ένταξή μας στην ΕΕ, Ελλάδα και Κύπρος είναι τα μόνα κράτη-μέλη που δεν έχουν κατακτήσει το κορυφαίο επίτευγμα της ευρωπαικής ενοποίησης: το αίσθημα ασφάλειας του «ποτέ πιά πόλεμος». Αν ο αρχιτέκτων της μεγαλύτερης μεταπολεμικά διπλωματικής επιτυχίας της χώρας Κωνσταντίνος Καραμανλής σοφά διείδε τις μεγάλες προοπτικές αποτροπής μιάς επιθετικής Τουρκίας, τα αποτελέσματα των 40 χρόνων είναι σαφώς κατώτερα των δυνατοτήτων μας.Έστω και σήμερα όμως καλούμαστε, με σχέδιο και «έξυπνες» κινήσεις, να μετακινήσουμε την ΕΕ σε θέση αποτελεσματικής στήριξης και αλληλεγγύης ανατρέποντας την επιθυμία ορισμένων εταίρων μας (και της Τουρκίας) να περιοριστεί σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου.
Τα τεράστια εθνικά πλεονεκτήματα που διανοίγονταν αντικειμενικά και εξ ορισμού για την Ελλάδα το 1981 απαιτούσαν φυσικά για να αποδώσουν έναν εθνικό σχεδιασμό. Λογικά, με μιά «έξυπνη» στρατηγική, μετά από 40 χρόνια θα είχαμε σήμερα πάνω απ’όλα εξασφαλίσει κι εμείς το θεμελιώδες μεταπολεμικό επίτευγμα. Γιατί όμως η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ακόμη και σήμερα οι μόνες χώρες της ΕΕ που αντιμετωπίζουν, χωρίς τη δέουσα στήριξη, πρωτοφανή επιθετικότητα στα σύνορά τους;
Πρώτον γιατί η συχνή πρακτική των αυτοσχεδιασμών δεν επέτρεψε να δρέψουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Και δεύτερον, γιατί τα κατά καιρούς κρίσιμα λάθη και παραλείψεις μας ενισχύονταν διαχρονικά και από τα προφανή συμφέροντα ορισμένων εταίρων, μεγεθύνοντας έτσι τα διαφυγόντα κέρδη μας. Το αποτέλεσμα είναι δυστυχώς σήμερα πεντακάθαρο μπροστά μας:  η ΕΕ, αντί να στέκεται αποτελεσματικά και αποτρεπτικά αλληλέγγυα δίπλα στην απειλούμενη Ελλάδα, ακολουθεί στην πράξη ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Και η χώρα μας, υποκρινόμενη επικοινωνιακά ότι τα ελληνοτουρκικά έγιναν ευρωτουρκικά, παγιδεύθηκε σε επικίνδυνα αδιέξοδα αδυνατώντας να τα μετατρέψει πραγματικά σε τέτοια, μέσα από «έξυπνες» πρωτοβουλίες.
Στη στρατηγική σύλληψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή η ίδια η ένταξη στην ΕΕ θα λειτουργούσε πρώτα-πρώτα αποτρεπτικά απέναντι στα τουρκικά αναθεωρητικά σχέδια. Θα πολλαπλασιάζονταν εξάλλου οι ελληνικές δυνατότητες διπλωματικής ισχύος: κάθε τρίτη χώρα έπρεπε να συνυπολογίζει την επιρροή μας στις ευρωπαικές αποφάσεις και το βέτο που πλέον διαθέταμε. Χάσαμε όμως ιστορικές ευκαιρίες, ειδικά στη δεκαετία του ‘80 όταν οι τότε κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ έβλεπαν εχθρικά την ΕΟΚ και κάθε προσπάθεια κοινής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Το οξύμωρο είναι μάλιστα ότι θεώρησαν εθνικά επωφελέστερο να προβάλουν βέτο σε σειρά κοινών θέσεων της Ευρώπης σε εντελώς ανούσια θέματα (Τσαντ κλπ), αντί για τα εθνικά θέματα. Λειτουργώντας ιδεοληπτικά, δεν αντάλλαξαν κάν τις θαρραλέες αντιρρήσεις απέναντι στους εταίρους με στήριξή τους στην εθνική ασφάλεια.
Ανεκμετάλλευτες πέρασαν και τα επόμενα χρόνια οι ενδοκοινοτικές διαπραγματεύσεις για αναθεωρήσεις των συνθηκών, όπως και οι διαδοχικές διευρύνσεις όταν τα υποψήφια μέλη ζητούσαν τη θετική μας ψήφο για να ενταχθούν, αλλά μετά την ένταξή τους μάς «άδειαζαν» στα εθνικά θέματα. Παρά την θετικότερη στάση προς την ΕΕ των κυβερνήσεων Κ.Σημίτη, στα ευρω-τουρκικά πήγαμε στο άλλο άκρο. Από το «δεν διεκδικούμε τίποτα» στο Αιγαίο και την ερμητικά κλειστή πόρτα της ΕΕ για την Άγκυρα, η Ελλάδα μετακινήθηκε μετά την ταπείνωση στα Ίμια στο ορθάνοιχτο άνοιγμα της ευρωπαικής πύλης στο Ελσίνκι. Αντί έναντι της μεγάλης μας υποχώρησης να εξασφαλιστούν ουσιαστικοί όροι και παραχωρήσεις από την Άγκυρα, αποδεχθήκαμε μιά οιονεί ευρωπαική διαιτησία ίσων αποστάσεων. Η ΕΕ ευλόγησε έτσι τις «διερευνητικές επαφές» που επέτρεπαν στην εκτός ΕΕ και αναθεωρητική Τουρκία να θέτει οποιαδήποτε διεκδίκηση απέναντι στο κράτος-μέλος Ελλάδα, και την Αθήνα απλώς να αμύνεται επί της τουρκικής ατζέντας. Κι αντί για πίεση της ΕΕ προς την Τουρκία να αποσύρει τις εξωφρενικές ιδέες της για γκρίζες ζώνες, casus belli, και να προσχωρήσει στη ΣΔΘ ώστε βάσει αυτής να οριοθετήσουμε την ΑΟΖ , αποδεχθήκαμε τον κίνδυνο να συρθούμε στο Διεθνές Δικαστήριο για όλες τις διεκδικήσεις της.
Ενόψει πυκνών εξελίξεων μπροστά μας, χρειάζεται να αξιοποιήσουμε στο έπακρο, με σχέδιο αλλά και συνετή πίεση, τη συμμετοχή μας στην ΕΕ για να αποφύγουμε την χειρότερη εξέλιξη που διαγράφεται στον ορίζοντα: ίσες αποστάσεις της ΕΕ, «χρυσά καρότα» («θετική ατζέντα») και «στο χέρι» για την Άγκυρα καθώς και ανούσιοι όροι στα ελληνοτουρκικά, έναντι θεωρητικών χάρτινων κυρώσεων. Και το χειρότερο: την σταδιακή αντικατάσταση της ενταξιακής πορείας (που συνεπάγεται πολλούς και σκληρούς ευρωπαικούς όρους) με την «ειδική σχέση». Διακαώς την επιδιώκουν αρκετοί εταίροι μας αλλά και ο Ερντογάν γιατί συνεπάγεται: ρόλο ισότιμου εταίρου (και όχι υπό κρίση υποψήφιου) στην Τουρκία, εξασφάλιση τεράστιων οικονομικών προνομίων, αλλά και είσοδό της στην κοινή ευρωπαική άμυνα. Η Ελλάδα χάνει έτσι από κάθε άποψη και πλέον ισοπεδώνεται ουσιαστικά και στην ΕΕ  όπως ακριβώς στο ΝΑΤΟ. Αν προσθέσει κανείς την ανησυχητική κυβερνητική αδιαφορία για χρήσιμα ευρωπαικά αμυντικά σχήματα (όπως η «Ευρωπαική Πρωτοβουλία Επέμβασης» του Μακρόν) και την υποχωρητική διάθεση απέναντι σε απόπειρες εισόδου της Τουρκίας στην ευρωπαική άμυνα (όπως σήμερα, βλ.πχ. PESCO/EDIDP) , οι εξελίξεις οδηγούν προοπτικά στην πλήρη ακύρωση της ευρωτουρκικής μας στρατηγικής.
Πρώτον λοιπόν πρέπει οι εταίροι μας (υπό πίεση) να αποδεχθούν ότι η Ελλάδα (και η Κυπριακή Δημοκρατία) αυτονόητα δικαιούνται μέσω της ευρωπαικής ενοποίησης το «ποτέ πιά πόλεμος» όπως όλοι οι άλλοι εταίροι της. Αν η Ελλάδα προέβαλε στο παρελθόν βέτο για αστεία ζητήματα, πώς μπορεί να μένει σήμερα πλήρως συγκαταβατική όταν μάλιστα όλοι αναγνωρίζουν ότι απειλείται έμπρακτα από μιά παραληρηματική Τουρκία; Κι όταν το ευρωπαικό σύστημα κυρώσεων κινητοποιείται αστραπιαία για τη Λευκορωσία, γιατί η χώρα μας σπεύδει να χαρίσει αμέσως και δωρεάν τη συναίνεσή της;
Δεύτερον πρέπει ευσχήμως να αντικαταστήσουμε τις διερευνητικές επαναφέροντας τα ελληνοτουρκικά (την οριοθέτηση της ΑΟΖ) στο πραγματικό ευρωτουρκικό τους πλαίσιο: στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις (ανοίγοντας πχ το Κεφάλαιο 13 για την αλιεία και το δίκαιο της θάλασσας) που υποχρεώνουν την Άγκυρα σε θέση κρινόμενου, την Κομισιόν σε ρόλο διαπραγματευτή εκ μέρους μας, και τον Ελληνισμό σε θέση κριτή.Το ότι η Τουρκία θα αρνηθεί δεν αποτελεί δικαιολογία για υπεκφυγή.
Τρίτον, μέσα  από μιά ολοκληρωμένη πρωτοβουλία (κι όχι με ιδέες «στο πόδι») να πιέσουμε αποφασιστικά για ένα ολοκληρωμένο ευρωπαικό σύστημα ασφάλειας που να στηρίζει έμπρακτα τα απειλούμενα κράτη-μέλη: η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής δεν μπορεί να περιορίζεται στην τρομοκρατία, αλλά να καλύπτει και την επιθετικότητα τρίτης χώρας, ακόμη και νατοικής.Μέσα από τη νέα διαβούλευση που ξεκίνησε για το μέλλον της Ευρώπης, πρέπει πέρα από ουσιαστικές ρήτρες συνδρομής, να πιέσουμε για αποτελεσματικούς μηχανισμούς ταχείας αντίδρασης της ΕΕ (από σύστημα άμεσα υλοποιήσιμων κυρώσεων μέχρι την παρέμβαση δυνάμεων ταχείας αντίδρασης). Θα μάς χρειαστούν!
Έστω και σαράντα χρόνια μετά την ένταξή μας, μπορούμε με «έξυπνες» στρατηγικές κινήσεις, συνετή πίεση αλλά και (στην ανάγκη) δίνοντας την «μητέρα των ευρωπαικών μας μαχών» με απειλή βέτο, να μετατρέψουμε την ΕΕ από «επιτήδειο ουδέτερο» σε καίριο αποτρεπτικό σύμμαχο απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα με την οποία αναγκαστικά θα ζήσουμε για το ορατό μέλλον. Χρειαζόμαστε όμως επειγόντως ένα νέο εθνικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της επαπειλούμενης «ειδικής σχέσης» και την πλήρη αξιοποίηση της ΕΕ στα ελληνοτουρκικά. Οι πανηγυρισμοί ότι τάχα έγιναν πλέον ευρωτουρκικά κινδυνεύουν αντίθετα να οδηγήσουν σε ανησυχητικούς εφησυχασμούς και νέες κρίσεις υπό χειρότερους όρους.
Καθηγητής Γιάννης Βαληνάκης,
πρ. Υφυπουργός Εξωτερικών

Διάλογο κάνεις για να κερδίσεις, όχι απλά για να αποκλιμακώσεις… Αρθρο στο Anatropi News 17.05.21

Anatropi News 17.05.21

Έχοντας μπροστά μας κρίσιμες ελληνο-τουρκικές συναντήσεις και ευρύτερες  εξελίξεις εθνικού ενδιαφέροντος, επείγει η νηφάλια ενδοσκόπηση στον εθνικό σχεδιασμό για τα ελληνο-τουρκικά και το Κυπριακό.

Στόχος μας δεν μπορεί να είναι η (τόσο εμφανής μάλιστα) θεοποίηση από μέρους μας της αποκλιμάκωσης ως αποκλειστικού και πάση θυσία στόχου: στέλνει στην άλλη πλευρά επικίνδυνα μηνύματα φόβου και υποχωρητικότητας. Αυτονόητος στόχος μιάς νέας στρατηγικής θα έπρεπε να είναι να βγούμε από τις επόμενες κρίσεις που πιθανότατα θα ακολουθήσουν, με κέρδη μετρήσιμα και ουσιαστικά.

Δεν μπορεί να εφησυχάζουμε πανηγυρίζοντας ως στόχο και επιτυχία το ότι ο Ερντογάν κρατάει (προσωρινά) τα γεωτρύπανα στα τουρκικά λιμάνια.

1. Όπως μας δείχνουν οι εστίες ανάφλεξης τριγύρω μας (Αν.Μεσόγειος, Λιβύη, Μέση Ανατολή, Καύκασος, Ουκρανία κλπ), στο νέο διεθνές σύστημα που αναδύθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και τον Μονοπολικό Κόσμο, οι πιθανότητες ένοπλης σύγκρουσης έχουν δυστυχώς αυξηθεί. Αποτελεί γι αυτό επικίνδυνο εφησυχασμό αν σημαντικοί ιθύνοντες πιστεύουν πραγματικά ότι πολεμική σύγκρουση δεν θα υπάρξει σε καμία περίπτωση και ότι « η αποτρεπτική μας ισχύς είναι ισχυρότατη», όπως έχει λεχθεί. Οι καιροί απαιτούν μεγάλη ευελιξία και κινητικότητα (με απτά αποτελέσματα), ορθή ανάγνωση των φύσει ασταθών συμμαχιών και ρευστών συσχετισμών και άρα αυξημένη ετοιμότητα και στρατηγικό σχεδιασμό με βάση όχι το ευκταίο, αλλά το χειρότερο σενάριο.

2.Ειδικά για τη χώρα μας απαιτείται μιά νέα στρατηγική με στόχο την αποτροπή μιάς σταθερά επιθετικής Τουρκίας χωρίς υποχωρήσεις και διολισθήσεις στο διπλωματικό πεδίο. Δυστυχώς φαίνεται να διαφεύγει από πολλούς ότι η αξιοπιστία της αποτρεπτικής ικανότητας κρίνεται από τον υποψήφιο εισβολέα κι ότι γι αυτό μιά πολιτική ηγεσία πρέπει πάντα να δείχνει έτοιμη (και να το επικοινωνεί στους ορθούς τόνους) να ακολουθήσει τον αντίπαλο «μέσα στο φρενοκομείο» αν πληγεί η εθνική ακεραιότητα. Άρα, να γνωρίζει ο πιθανός εισβολέας ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αποτροπής διαθέτουμε τόσο την πολιτική αποφασιστικότητα, όσο και τη στρατιωτική ικανότητα «ανταπόδωσης»  με καίρια πλήγματα εναντίον του ( κι όχι απλής άμυνας επί του πατρίου εδάφους— άρα αρκετά πέραν της «ισοπέδωσης μιάς βραχονησίδας»).

3. Χώρες όπως η Τουρκία δυστυχώς εντάσσουν τη στρατιωτική σύγκρουση, ιδίως την «περιορισμένη» και τις υβριδικές επιθέσεις (Έβρος, Αιγαίο κλπ) στην καθημερινή φαρέτρα τους γιατί έχουν αντιληφθεί την αδυναμία της Δύσης να απαντήσει σε επιθέσεις και παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου με στρατιωτική απώθηση των εισβολέων. Γνωρίζουν λοιπόν ότι οι επιθέσεις τους θα μείνουν ουσιαστικά ατιμώρητες, «ανοίγουν θέματα», τολμούν και τελικά κάτι κερδίζουν «επί του πεδίου». Οι χώρες λοιπόν αυτής της κατηγορίας, όπως η Τουρκία, που θεωρούν τη σύγκρουση (και την απειλή χρήσης βίας) αποδεκτό μέσο πολιτικής, δεν αντιμετωπίζονται με αυτόματη προσφυγή στους συνήθεις «πολιτισμένους» διαλόγους μεταξύ Ευρωπαίων γειτόνων.

4.  Στην επίλυση των διεθνών διενέξεων η ακολουθητέα διαδικασία έχει ιδιαίτερο βάρος. Τα κράτη συνήθως επιλέγουν τις διαπραγματεύσεις (που βαφτίζονται με διάφορα ονόματα για λόγους επικοινωνιακούς) ή την λίγο-πολύ άτυπη μεσολάβηση τρίτου μέρους (ή ομάδας κρατών), και λιγότερο συχνά τη δικαστική επίλυση γιατί απαιτεί συνήθως πολύ χρόνο αλλά και δεν εγγυάται την αποδοχή της απόφασης από τα δυστροπούντα μέρη. Όμως διάλογοι χωρίς όρους σπανίζουν. Συνήθως διαμορφώνεται παρασκηνιακά ένα πλαίσιο συμφωνίας με εξισορρόπηση των θεμάτων της ατζέντας ώστε να γίνει αμοιβαία αποδεκτό. Το πλαίσιο των διερευνητικών επαφών με την Άγκυρα δυστυχώς απέχει πολύ από μιά εξισορροπημένη και αμοιβαία αποδεκτή ατζέντα θεμάτων.

Κι όμως απτόητοι συνεχίζουμε με μιά διαδικασία που εν τέλει γεννήθηκε από την ήττα στα Ίμια. Το ίδιο και η στρατηγική μας στο Κυπριακό, αποτέλεσμα των ελλαδικών τύψεων για την τραγωδία του 1974.

Εν κατακλείδι, το αν, πώς και πού θα συναντηθούν οι υπουργοί Εξωτερικών ή και οι ηγέτες των δύο χωρών έχει δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Όμως, το εθνικά ενδιαφέρον και κρίσιμο που οφείλουμε να αποτιμήσουμε είναι το με ποιές θέσεις προσέρχεσαι στον «διάλογο» και τι μάχεσαι για να κερδίσεις. Ουδείς υπεύθυνος χειριστής έχει πειστικά εξηγήσει τι θα κερδίσει η Ελλάδα από τη συζήτηση επί μιάς ατζέντας θεμάτων κατά τα 4,5/5 τουρκικών και αν ο εθνικός μας στόχος είναι η ΑΟΖ των 500.000 τετρ.χλμ. που δικαιούμαστε σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας. Σε διάλογο προσέρχεσαι για να κερδίσεις, όχι απλά για να «αποκλιμακώσεις» και να χειροτερεύσεις τη θέση σου.

——————
* Καθηγητής διεθνών σχέσεων, Πρόεδρος του Ευρωπ.Κέντρου Αριστείας και πρ. υφυπουργός Εξωτερικών.

“Γιατί χρειαζόμαστε άμεσα «έξυπνες» πρωτοβουλίες” – Άρθρο του καθηγ. Γιάννη Βαληνάκη στα Νεα 24.04.21

VALINAKIS_ ΝΕΑ 24.04.21

Άρθρο καθηγ.Γιάννη Βαληνάκη, πρ.υφυπουργού Εξωτερικών

ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΑΜΕΣΑ «ΕΞΥΠΝΕΣ» ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ

Μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης αναμφίβολα ένοιωσε ενθουσιασμό για τη σθεναρή στάση του υπουργού Εξωτερικών Ν. Δένδια στην Άγκυρα. Αποκαλύφθηκε έτσι η σαφής αντίθεσή της στην συνήθως υποτονική αντίδραση της χώρας απέναντι στο ύφος και την ουσία των τουρκικών προκλήσεων. Φυσικά δεν λύθηκαν έτσι και τα προβλήματα με την γείτονα. Η χώρα μας χρειάζεται άμεσα «έξυπνες κινήσεις» απεγκλωβισμού από αδιέξοδες διαδικασίες και αιθεροβάμονες εφησυχασμούς.
1. Τα ελληνοτουρκικά δεν γίνονται ευρωτουρκικά με την ΕΕ σε ρόλο μεσολαβητή ή επιδιαιτητή. Ούτε με την υπόγεια προετοιμασία μιάς «ειδικής σχέσης» με την Άγκυρα που αντί υποχρεώσεων θα της χαρίζει μόνο οφέλη. Κι όμως σε αυτά παραπέμπουν οι αποφάσεις της συνόδου κορυφής του Μαρτίου. Μιά δρομολογημένη και πλούσια «θετική ατζέντα» για τον Ερντογάν, μόνο θεωρητικά συνδεδεμένη με ανώδυνες κυρώσεις που μία και μόνη σύμμαχος της Τουρκίας στην ΕΕ (και είδαμε πολλές) μπορεί να ακυρώσει. Ακόμη χειρότερος ο «συμβιβασμός» που διαβάζουμε (παρ. 10β) ότι επήλθε για την αποκλιμάκωση της περσινής κρίσης: «τα γεωτρύπανα θα παραμένουν δεμένα όσο η Ελλάδα παραμένει στις  διερευνητικές και η Κύπρος στην Πενταμερή». Εμφανής πλέον ο εγκλωβισμός μας σε μιά επικίνδυνη διαδικασία απ’την οποία δεν μπορούμε, παρά τις επί τούτου προκλήσεις, να απεμπλακούμε.
2. Αντ’αυτών, και δεδομένης της έστω και υποκριτικής έκκλησης της Άγκυρας να ανοίξουν κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ας δείξουμε «έξυπνη ευελιξία»: ξεμπλοκάρουμε το κεφ.13 (αλιεία και θαλάσσιες ζώνες) που προυποθέτει την αποδοχή από την υποψήφια χώρα του δικαίου της θάλασσας (UNCLOS) ως ενωσιακού κεκτημένου. Αναγκάζουμε έτσι την Κομισιόν σε ρόλο ενεργού υποστηρικτή του δικαίου της θάλασσας, θεσμικά αναγκασμένης να επιβάλει στην Άγκυρα το ορθό νομικό πλαίσιο της ελληνο-τουρκικής οριοθέτησης. Από επιτήδειος ουδέτερος και επιδιαιτητής, η ΕΕ αναγκάζεται έτσι να υποστηρίξει α) ως καταλληλότερη διαδικασία τις ενταξιακές, όχι τις διερευνητικές, β) ως ορθό νομικό πλαίσιο την UNCLOS (τα 12 ν.μ., το δικαίωμα των νησιών σε ΑΟΖ κλπ) και γ) να εγγυηθεί πολιτικά (με την απειλή αντιποίνων πχ ακύρωσης της Τελωνειακής Ένωσης) τον σεβασμό από την Τουρκία της νόμιμης οριοθέτησης.
3. Κατ’αναλογία κινείται παρακάμπτοντας έντεχνα τον επικίνδυνο σκόπελο της Πενταμερούς και η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ) αναγκάζοντας την ΕΕ (με όπλο την  Τελωνειακή Ένωση) να επανέλθει σε ορθότερες θέσεις : στην αταλάντευτη υποστήριξη μιάς αυστηρά ομοσπονδιακής λύσης, στην υποχρεωτική αναγνώριση της ΚΔ από την Τουρκία, στην απόφαση του Οκτωβρίου 2020 για διαπραγματεύσεις οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Λευκωσίας και Άγκυρας, στην αντιμετώπιση των κατεχομένων κατ’αναλογία με την Κριμαία κοκ. Γενικότερα, Ελλάδα και ΚΔ δεν νοείται να υπεισέρχονται σε συζήτηση «λύσεων» που χειροτερεύουν τη θέση τους.
4. «Έξυπνες» πρωτοβουλίες χρειάζονται πριν είναι αργά κι απέναντι σε Αίγυπτο και Λιβύη. Προτάθηκε πράγματι στο Κάιρο να προσφύγουμε με «φιλικό συνυποσχετικό» στη Χάγη για το ανατολικότερο τμήμα της ΑΟΖ; Αν αρνήθηκε, τότε καθίσταται μονόδρομος η άμεση οριοθέτηση με την ΚΔ και αμέσως μετά η υποβολή της συμφωνίας στη Χάγη προς ενίσχυσή της. Ως προς τη Λιβύη απαιτούνται άμεσες και ουσιαστικές πρωτοβουλίες: α) έναρξη οριοθέτησης στη μέση γραμμή για το δυτικότερο τμήμα (γεφύρωση των εκατέρωθεν υποβληθέντων χαρτών του 2009 και 2010), β) προσφυγή ανά ζεύγη στη Χάγη για να κρίνει τη συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου έναντι του τουρκολιβυκού μνημονίου, γ) στήριξη των παραπάνω από την ΕΕ και τις ΗΠΑ.
Τέλος, ας αποδείξουμε ότι δεν θα μείνουμε στα υπερήφανα λόγια κι ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τι πραγματικά απαιτεί μιά ισχυρή κι αξιόπιστη αποτροπή. Αντί για αεροπορικές επιδείξεις και θεωρητικές «συμμαχίες» ας προχωρήσει επιτέλους στις καίριες κινήσεις: στη συμφωνία αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία και στην ανανέωση της ελληνο-αμερικανικής  συνεργασίας έναντι σοβαρών εγγυήσεων της εδαφικής μας ακεραιότητας.

Συνέντευξη 🎙του Kαθηγ. Γ. Βαληνάκη στο 📻ΣΚΑΙ 100.3 και τον Α. Πορτοσάλτε – 22.04.21

“Είναι αδιανόητο να λέει η επίσημη Ελλάδα ότι για το γαλλικό ερευνητικό σκάφος που έπλεε εντός της οριοθετημένης με την Αίγυπτο ΑΟΖ μας πρέπει «να τα βρεί» η Γαλλία με την Τουρκία κι ότι προέχει η «θετική ατζέντα»! Και να το καταδιώκει στη συνέχεια τουρκική φρεγάτα μέσα στο Αιγαίο με την Ελλάδα σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου στην ελληνική ΑΟΖ !!Τι άλλο θα δούμε τώρα που εγκλωβιστήκαμε στις διερευνητικές;” #ελληνοτουρκικά #διερευνητικές #valinakis

 

Συνέντευξη 🎙του Καθηγ. Γιάννη Βαληνάκη στο 📻 Real FM και στον Σεραφείμ Κοτρώτσος και Πανό Αμυρά

“Η σαρωτική υποστήριξη σε όσα είπε (και εκεί που είπε και πώς τα είπε) ο κ.Δένδιας δείχνει τον θυμό μεγάλου τμήματος της κοινής γνώμης απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και την ανησυχία για την υποτονική τους αντιμετώπιση. Απομένει να δούμε αν η στροφή αυτή στον τόνο θα συνοδευτεί και από μιά στροφή στη στρατηγική που ακολουθείται. ” – Καθήγ. Γ. Βαληνάκης, πρ. ΥφΥπΕξ (2004-2009)

Με σκληρά λόγια περιέγραψε ο καθηγητής διεθνών σχέσεων Γιάννης Βαληνάκης την μέχρι τώρα στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη απέναντι στην Άγκυρα και την τουρκική προκλητικότητα, καλεσμένος στην εκπομπή “Επί του Πιεστηρίου” στο Kontra Channel με τον Γιώργο Σιαδήμα και τον Βασίλη Σκουρή.

Ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, στενός συνεργάτης και φίλος του Κώστα Καραμανλή, σχολιάζοντας τη χθεσινή στάση του υπουργού Εξωτερικών στις κοινές δηλώσεις με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου είπε ότι “ο Νίκος Δένδιας εξέφρασε χθες την καταπιεσμένη αγανάκτηση που νιώθει ο ελληνικός λαός από την αρχή της κρίσης με την Τουρκία, από την αρχή δηλαδή του 2020 για τις συνεχείς και ιταμές προκλήσεις και προσβολές που δέχεται από την Τουρκία. Άγγιξε ευαίσθητες χορδές κάθε Έλληνα που κουράστηκε, εγώ έτσι το αισθάνομαι γιατί είδα ένα πρωτοφανές κύμα υποστήριξης στα κοινωνικά μέσα για τον κ.Δένδια. Αυτό εξηγείται ακριβώς γιατί είχε κουραστεί από μία πολιτική που, θα την πω έτσι λίγο λαϊκά, σε φτύνει η άλλη πλευρά κι εσύ λες ψιχαλίζει!

Όταν έρχεται η Τουρκία και σου λέει θα υποκύψεις στα θέματα που σου βάζω είτε με το καλό είτε με το κακό κι εσύ απαντάς λέγοντας “αχρείαστες προκλήσεις”, όλοι αυτοί οι πάρα πολύ χαμηλοί τόνοι και η έκκληση συνεχώς για ψυχραιμία και αποκλιμάκωση από τη μεριά της Ελλάδας προσβάλει το εθνικό ένστικτο του Έλληνα και αισθανόταν όλο αυτόν τον καιρό ότι είχαν ξεπεράσει πλέον το γνωστό ήδη από το παρελθόν επίπεδο προκλήσεων οι Τούρκοι και σε αυτό δεν υπήρχε απάντηση από την ελληνική πλευρά.

Ε αυτή η απάντηση δόθηκε χθες από τον κ.Δένδια με τον τρόπο που δόθηκε μπροστά στα μέσα ενημέρωσης. Στην ουσία βέβαια, για να λέμε το τι συμβαίνει, αυτά τα θέματα όπως τα έθεσε ο κ.Δένδιας ενώπιον των δημοσιογράφων είναι τα θέματα που συζητιούνται από τις 2 πλευρές και στο τραπέζι των συζητήσεων, μην έχετε καμιά αμφιβολία.

Στην παρατήρηση του Βασίλη Σκουρή ότι “ο πρωθυπουργός λέει ότι με δική μου εντολή έγινε η σκληρή απάντηση του υπουργού Εξωτερικών”, ο Γιάννης Βαληνάκης απάντησε (με ένα ελαφρό μειδίαμα…) “εσείς είστε έμπειροι πολιτικοί συντάκτες και με τους ρεπόρτερς γνωρίζετε περισσότερο από μένα αν τελικώς ήταν από πριν προσχεδιασμένο. Εγώ θα πω ότι ο κ.Δένδιας πολύ έξυπνα, επειδή ξέρει και έχει δει πως μεταχειρίζεται ο κ.Τσαβούσογλου τους επισκέπτες του, και η Τουρκία γενιξκότερα, ήταν έτοιμος από πριν και περίμενε την πρόκληση από την Τουρκία για να απαντήσει…”

“Ο διάλογος έχει νόημα οταν πας για να κερδίσεις και δεν νοείται όταν η άλλη πλευρά έχει το πιστόλι στο τραπέζι.” Συνέντευξη του Καθηγ. Γ. Βαληνάκη στο ΣΚΑΙ 100,3 – 15.04.21

“Ο διάλογος έχει νόημα οταν πας για να κερδίσεις και δεν νοείται όταν η άλλη πλευρά έχει το πιστόλι στο τραπέζι. Ειδικά ο διάλογος με την Τουρκία δεν είναι μιά πολιτικά ουδέτερη διαδικασία, ούτε μεταξύ Δανίας και Σουηδίας για να τον θεωρούμε πανάκεια. ”

Γ. Bαληνάκης: «Ως Δωδεκανήσιος θεωρώ αδιανόητο να φτάσουμε “να παιχτούν στα ζάρια τα νησιά μας”»! Πηγή:www.dimokratiki.gr

Δημοκρατική 13.04.21

Στην τελευταία σύνοδο πήραμε ορισμένες θετικές διατυπώσεις για την Τουρκία, όμως η Αγκυρα άρχισε ήδη να ξεφορτώνει το φορτηγό με τα χρυσά «καρότα», ενώ τα (μάλλον βελούδινα) «μαστίγια» της ΕΕ για να ενεργοποιηθούν θα χρειαστούν 27 υπογραφές, άρα «μαγικά» εκ μέρους μας.

Συνέντευξη στην Nεκταρία Mπίλλη

Στο τραπέζι των διερευνητικών η Τουρκία βάζει πολλές μονομερείς διεκδικήσεις. Ως Δωδεκανήσιος θεωρώ αδιανόητο να φτάσουμε «να παιχτούν στα ζάρια» τα νησιά μας. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο ήταν δυστυχώς ένα πολύ δυνατό διπλωματικό πλήγμα για την Ελλάδα που απειλεί να ακυρώσει την ΑΟΖ μας στην Αν.Μεσόγειο. Η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ είναι πολύ σημαντική ευκαιρία αναφέρει ο κ. Γιάννης Βαληνάκης, καθηγητής διεθνών σχέσεων, πρ. Υφυπουργός Εξωτερικών και βουλευτής Δωδεκανήσου, σε συνέντευξή του προς τη «δημοκρατική».
• Κύριε καθηγητά πως σχολιάζετε το τελικό κείμενο συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ σχετικά με τους όρους που θέτει στην Τουρκία ως προϋπόθεση της επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για την τελωνειακή ένωση; Είναι δικαιολογημένη η όποια ικανοποίηση από ελληνικής πλευράς;
Η ΕΕ είναι για εμάς το προνομιακό διπλωματικό πεδίο. Ενταχθήκαμε χάρις στην οραματική σύλληψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή κυρίως για να ισχυροποιηθούμε απέναντι στην Τουρκία. Όμως ο στόχος αυτός απαιτεί στρατηγική, στόχους που κυνηγάς να υλοποιήσεις με συνεχή προσπάθεια αλλά και τακτική ευελιξία. Ακριβώς αυτά που δεν έκανε η Ελλάδα επαναπαυόμενη μετά την ένταξή της το 1981.
Το ευρωπαικό παιχνίδι έγινε πλέον δυσκολότερο. Η ΕΕ πέρασε πχ από τα 10 κράτη- μέλη που ήμασταν αρχικά σε 27 και η συνεννόηση μεταξύ τους έγινε πλέον απείρως πιο δύσκολη. Αρκεί μιά και μόνη χώρα για να μπλοκάρει τις κοινές αποφάσεις. Άρα όταν ζητάς εμπάργκο όπλων και αποτελεσματικές κυρώσεις κατά της Τουρκίας βάζεις πιστεύω λάθος στόχους μετατρέποντας το μέσο σε αυτοσκοπό. Γιατί ναι μεν σου εξασφαλίζει (ένα προσωρινό) χειροκρότημα στο εσωτερικό, αλλά γρήγορα εκτίθεσαι γιατί αρκεί μία χώρα (και βρέθηκαν πολλές) που θα προτιμήσει τις μπίζνες με την Τουρκία από τις ηθικές δάφνες της αλληλεγγύης. Στην τελευταία σύνοδο πήραμε ορισμένες θετικές διατυπώσεις για την Τουρκία, όμως η Αγκυρα άρχισε ήδη να ξεφορτώνει το φορτηγό με τα χρυσά «καρότα», ενώ τα (μάλλον βελούδινα) «μαστίγια» της ΕΕ για να ενεργοποιηθούν θα χρειαστούν 27 υπογραφές, άρα «μαγικά» εκ μέρους μας. Όλα τα αυγά σε ένα (και μάλιστα λάθος) καλάθι. Γιατί ακόμη πιο ανησυχητική εξέλιξη είναι ότι η ΕΕ άρχισε να σχεδιάζει πλέον ανοιχτά μια ειδική σχέση με την Τουρκία αντί για την ενταξιακή πορεία της. Η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον για μιά σχέση αλα καρτ, όπου η Τουρκία θα έχει μόνο οφέλη και καθόλου υποχρεώσεις και θα μπει επιπλέον από την πίσω πόρτα στην αμυντική συνεργασία της Ευρώπης – ακριβώς δηλ. εκεί που ποτέ δεν θα έπρεπε να της επιτρέψουμε. Ελπίζω αυτά και άλλα πολλά να διορθωθούν ώστε τον Ιούνιο επιτέλους να κερδίσουμε κάτι χειροπιαστό , αλλά φοβάμαι ότι πάλι υποκριτικές υπεκφυγές θα εισπράξουμε.

• Ωστόσο παρά τις συνεχιζόμενες διερευνητικές, τις προειδοποιήσεις από φίλους και εταίρους, υπό την αίρεση των κυρώσεων, η Τουρκία εμμένει στην πάγια και προσφιλή τακτική της εμπρηστικής ρητορικής, του αναθεωρητισμού και της προκλητικότητας. Ποια κατά τη γνώμη σας πρέπει να είναι η στάση της χώρας μας;
Μα ακριβώς η Τουρκία πέτυχε και την Ευρώπη να διχάσει, παίρνοντας τους μισούς με το μέρος της, αλλά και εμάς και την Κύπρο να μας εγκλωβίσει σε επικίνδυνες διαδικασίες διαλόγου. Στόχος της να μην μπορούμε να ξεφύγουμε απ’το τραπέζι ενώ εκείνη θα μας σφυροκοπεί με προκλήσεις που πλέον καταπίνουμε ως ρουτίνα. Στο τραπέζι των διερευνητικών η Τουρκία βάζει πολλές μονομερείς διεκδικήσεις: τις «γκρίζες ζώνες» (πχ δεκάδες κατοικημένα νησιά και βραχονησίδες της Δωδεκανήσου), την μη-επέκταση στα 12 ν.μ χωρικών υδάτων, τα 10 ν.μ. εναερίου χώρου, δική της ΑΟΖ όλο το Αν. Αιγαίο και η Αν. Μεσόγειος, την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας, τη «γαλάζια πατρίδα» κλπ. Εμείς μόνο ένα θέμα βάζουμε και υποκρινόμαστε ότι μόνο οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας συζητάμε, όταν κανείς και κανένα Διεθνές Δικαστήριο δεν μπορεί να χαράξει θαλάσσιες ζώνες χωρίς να ξεκινήσει από μιά ηπειρωτική ή νησιωτική ξηρά. Άρα αναγκαστικά κάποιος θα αποφανθεί σε ποιον ανήκουν τα 152 νησιά και βραχονησίδες που η Τουρκία διεκδικεί. Πρόσφατα ο κ.Σημίτης άκαιρα και εριστικά αναφέρθηκε στην «επιτυχία» του Ελσίνκι, κι ο Κώστας Καραμανλής απαντώντας αποστομωτικά εξήγησε τι πραγματικά ήταν: προέβλεπε παρότρυνση προς την Άγκυρα να «σύρει» τη χώρα μας στη Χάγη για όποιες «συνοριακές διαφορές και συναφή θέματα» επιθυμούσε, ώστε δηλαδή ξένοι δικαστές να αποφανθούν για την ελληνική κυριαρχία στα νησιά μας! Ως Δωδεκανήσιος θεωρώ αδιανόητο να φτάσουμε «να παιχτούν στα ζάρια» τα νησιά μας. Μου έκανε μάλιστα εντύπωση ότι ο κ.Σημίτης δεν γνωρίζει καν ότι στις «γκρίζες ζώνες» περιλαμβάνονται και κατοικημένα νησιά της Δωδεκανήσου μας!

Η αξίωση του Τούρκου Προέδρου για τη διάνοιξη μιας άλλης διώρυγας στον Βόσπορο που δεν θα δεσμεύεται από διεθνείς συνθήκες αποτελεί εμμέσως αμφισβήτηση της συνθήκης του Μοντρέ; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την ευρύτερη περιοχή και τη χώρα μας;
Ο Τούρκος Πρόεδρος ξέρει δυστυχώς να δημιουργεί νέα ζητήματα, να απειλεί, να χτίζει τακτικές συμμαχίες, να ελίσσεται, και παρά τους συμβιβασμούς να κερδίζει. Έχει λοιπόν μεγάλη ευχέρεια να δημιουργεί μοχλούς πίεσης όπως η φαραωνική διώρυγα της Κωνσταντινούπολης με στόχο να προσπεράσει τη Σύμβαση του Μοντρέ για τα τουρκικά Στενά. Θέλει να «παίξει» με τη Ρωσία (που δεν θέλει την αναθεώρηση της συνθήκης) αλλά και τις ΗΠΑ ώστε να εξασφαλίσει τα μεγαλύτερα δυνατά ανταλλάγματα. Θεωρεί ότι έχει και προσωπικό δικαίωμα να αμφισβητεί μιά διεθνή συνθήκη και έτσι βολιδοσκοπεί αντιστάσεις. Δυστυχώς ζούμε πλέον σε ένα πολυπολικό διεθνές περιβάλλον όπου ΗΠΑ και ΕΕ δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική βία κι έτσι οι απειλές τους αντιμετωπίζονται πλέον στον υπόλοιπο κόσμο ως κούφιες. Μιλούν για κυρώσεις, ανθρώπινα δικαιώματα κλπ, αλλά δυστυχώς λίγοι πλέον παίρνουν τέτοια λόγια στα σοβαρά. Αντίθετα, Ρωσία, Τουρκία κι άλλες δυνάμεις «τους βγάζουν γλώσσα» γιατί δεν διστάζουν να παρέμβουν στρατιωτικά κι έτσι τελικά, αν και λιγότερο ισχυρές, «πέφτουν στη φωτιά» και σημειώνουν νίκες. Δεν νομίζω ότι ως χώρα έχουμε βγάλει τα συμπεράσματα για το τι σημαίνουν όλα αυτά για εμάς. Βαυκαλιζόμαστε επικίνδυνα ότι διασφαλίσαμε σίγουρους συμμάχους, έχουμε ισχυρή αποτροπή και ότι η Τουρκία καταρρέει, έχει στριμωχτεί απ’όλους και θα πέσει τελικά στα γόνατα. Οι αδυναμίες της ισχύουν, όμως με ανεδαφικό εφησυχασμό και απλοικές αναλύσεις κινδυνεύουμε να ξυπνήσουμε μιά μέρα, όπως ο Κ.Σημίτης την αυγή των Ιμίων.

Η επίλυση του κυπριακού ενόψει και της άτυπης συνάντησης στη Γενεύη θεωρείτε ότι θα είναι εύκολη υπόθεση;
Άλλη μιά πονεμένη ιστορία είναι το Κυπριακό. Δυστυχώς πολλοί «κουράστηκαν» και μαζί με το συναίσθημα θολώνουν τη στρατηγική σκέψη που θα έπρεπε να μας καθοδηγεί. Χωρίς μιά νέα προσέγγιση σερνόμαστε ως Ελληνισμός σε νέα διάσκεψη υπό τουρκικά τελεσίγραφα. Όταν η Τουρκία σκληραίνει την άποψή της και μετατοπίζει τις θέσεις της, λογικά πιέζεις τον ΟΗΕ να επιμείνει στην εφαρμογή πρώτα-πρώτα των δικών του αποφάσεων και διαπραγματευτικά μετατοπίζεσαι κι εσύ αντίστοιχα σε σκληρότερες θέσεις. Ομως προσερχόμαστε σαν να μην άλλαξε τίποτε κι η Τουρκία ενθυλακώνει κάθε υποχώρηση. Θα είναι γι’ αυτό τραγικό να οδηγηθούμε στη δήθεν συμβιβαστική συνομοσπονδιακή λύση, όταν αυτός ακριβώς είναι ο πραγματικός τουρκικός στόχος και η «λύση»-ταφόπετρα για τον Κυπριακό Ελληνισμό. Ως εγγυήτρια και αδελφή χώρα δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια και να αφήσουμε τη Λευκωσία μόνη. Οφείλουμε όσα αυτάρεσκα λέμε για στρατηγικούς ρόλους μας στην Αν.Μεσόγειο να τα εννοούμε και να τα υλοποιούμε.

• Η σύναψη του τουρκολιβυκού μνημονίου τραυμάτισε τις σχέσεις Αθήνας-Τρίπολης και αποτελεί αγκάθι στις διμερείς σχέσεις. Είστε αισιόδοξος για την επανάκαμψή τους, μετά και τις επαφές που είχε ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης με τον Πρόεδρο και Πρωθυπουργό της μεταβατικής κυβέρνησης κατά την επίσκεψή του στη Λιβύη;
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο ήταν δυστυχώς ένα πολύ δυνατό διπλωματικό πλήγμα για την Ελλάδα που απειλεί να ακυρώσει την ΑΟΖ μας στην Αν.Μεσόγειο. Η επίσκεψη ήταν βέβαια ένα ορθό βήμα αλλά τα πιο δύσκολα είναι μπροστά μας. Θα χρειαστεί πολύ διπλωματικό ταλέντο για να εξασφαλίσουμε αποτελεσματική διεθνή πίεση ώστε να αποτραπεί η επιβεβαίωση και εφαρμογή του μνημονίου. Μπορεί νομικά να είναι ανυπόστατο, αλλά πολιτικά και πρακτικά κρέμεται πάνω από τα δικαιώματά μας στην Αν. Μεσόγειο ως Δαμόκλεια σπάθη. Χρειάζεται να ασκηθεί άμεσα «έξυπνη» (μέσω ΕΕ πχ) πίεση στην Τρίπολη, να ξαναπιάσουμε το νήμα της οριοθέτησης και να συμφωνήσουμε γρήγορα τουλάχιστον για το δυτικό τμήμα με βάση τη μέση γραμμή. Για το ανατολικό δεν βλέπω με τα σημερινά δεδομένα άλλη ρεαλιστική λύση από την προσφυγή στη Χάγη (Ελλάδα και Αίγυπτος εναντίον Τουρκίας και Λιβύης) ώστε να κριθούν οι δύο αλληλοεπικαλυπτόμενες συμφωνίες.

Με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση,σε διαδικτυακή εκδήλωση με μέλη της Ελληναμερικανικής κοινότητας που οργάνωσε ο Λευκός Οίκος ο Αμερικανός Πρόεδρος, ο οποίος συμμετείχε, απηύθυνε μήνυμα συνεργασίας και υποστήριξης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Θεωρείτε ότι μπαίνουμε σε μια νέα εποχή σχετικά με τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις;
Κι εδώ χρειαζόμαστε μιά νέα και καθαρή στρατηγική. Η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ είναι πολύ σημαντική ευκαιρία. Όμως αντί για απλά οπλικά ανταλλάγματα πρέπει να επιδιώξουμε σημαντικά στρατηγικά οφέλη. Η κυβέρνηση πρέπει (διακριτικά και σε επίπεδο Πρωθυπουργού ή υπουργού Εξωτερικών) να ξεκαθαρίσουν το ζωτικό ερώτημα: σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης ποιός θα είναι έμπρακτα κι όχι με φραστικές καταδίκες και διπλωματικές ακροβασίες δίπλα μας; Μακάρι λοιπόν η υπερδύναμη ΗΠΑ να εγγυηθεί μιά τέτοια συνδρομή στα δύσκολα που ασφαλώς θα αντιμετωπίσουμε. Ο Μπάιντεν είναι βέβαια πάνω απ’ολα πρόεδρος της Αμερικής. Όμως αντικειμενικά είναι η πιο φιλική περίπτωση Προέδρου που θα μπορούσε να μας τύχει. Γι αυτό προέχει να κλείσουμε μιά συμφωνία εγγυημένης συνδρομής (όχι τύπου Ιμίων) των ΗΠΑ για την περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης με την γείτονα. Πρέπει τελικά να μάθουμε να σχεδιάζουμε και να επιδιώκουμε θετικούς και σαφείς στόχους, κι όχι να σερνόμαστε πίσω από εξελίξεις που οδηγούν άλλοι και να περιοριζόμαστε στο να αρνούμαστε απλώς άρον-άρον τις προτάσεις τους. Γι αυτό επείγει μιά νέα στρατηγική, της διεκδικητικής εξομάλυνσης όπως την ονόμασα κι εξήγησα αναλυτικά στο τελευταίο βιβλίο μου «Η Ελλάς των τεσσάρων θαλασσών« (εκδ.Ι.Σιδέρη). Την χρειαζόμαστε περισσότερο απ’όλους εμείς οι Δωδεκανήσιοι γιατί εμείς είμαστε στην πρώτη γραμμή κι εμείς θα κερδίσουμε ή θα χάσουμε τα περισσότερα ανάλογα με τους χειρισμούς που θα γίνουν.