Συνέντευξη στην εκπομπή Western του Kontra TV με τον Πάνο Παναγιωτόπουλο, 18/6/21

Μετά την αποδοχή να συζητάμε με την Τουρκία στη βάση της τουρκικής ατζέντας, τώρα αποδεχθήκαμε και να μιλάμε μόνοι (χωρίς ευρωπαική και αμερικανική στήριξη) μαζί της; Και πως συμβαδίζουν αυτά με
τον ισχυρισμό ότι τα ελληνοτουρκικά έγιναν ευρω-τουρκικά; Λίγες μέρες πριν πάρει από την ΕΕ ο Ερντογάν τη θετική ατζέντα,
εγκαταλείπουμε και τα λίγα που είναι διατεθειμένοι οι εταίροι μας να δώσουν;

Ο Καθηγ. Γιάννης Βαληνάκης προσκεκλημένος 🎙του Αρη Πορτοσάλτε στον 📻 ΣΚΑΙ 100.3 – 14.06.21

” Ο Ερντογάν επαναδιαπραγματεύεται τη νέα θέση της Τουρκίας ως αυτόνομης δύναμης, μέσα κι έξω από το δυτικό σύστημα. Και δεν βλέπω να βγαίνει συνολικά χαμένος! Το καίριο ερώτημα είναι πως αξιοποιούμε εμείς το μέχρι σήμερα στρίμωγμά του και τι θα μας ζητηθεί να δώσουμε χάριν του ήσυχου καλοκαιριού. ”

“Όταν η Ελλάδα στοχεύει (και το διατυμπανίζει) απλά σε ένα «ήσυχο καλοκαίρι» ενώ η Τουρκία απειλεί ζητώντας τα πάντα, ποιός περιμένουμε να κερδίσει;” 🎙στον ΣΚΑΙ 100.3

Ο Καθηγ. Γιάννης Βαληνάκης προσκεκλημένος των Α. Μαγγηριάδη και Α. Αντζολέτο στον ΣΚΑΙ 100.3

ΝΕΟ ΣΩΣΙΒΙΟ ΣΤΟΝ ΣΤΡΙΜΩΓΜΕΝΟ ΕΡΝΤΟΓΑΝ; Αρθρο του Καθηγ. Γιάννη Βαληνάκη στα ΝΕΑ 05.06.21

TA NEA 05.06.21

TA NEA 05.06.21Μέσα από την αποστειρωμένη διαχείριση της επίσκεψης Τσαβούσογλου αναδύεται ως οιονεί αποκλειστικός κυβερνητικός στόχος των διπλωματικών ραντεβού του Ιουνίου το « ήσυχο καλοκαίρι». Ουδείς εχέφρων επιζητεί τη σύγκρουση. Όμως, η «ησυχία» δεν εξαγοράζεται εύκολα χωρίς υποχωρήσεις και οι αναβολές που περνούν αναξιοποίητες οδηγούν σε διολίσθηση των θέσεων και αποδυνάμωση μη-ασκούμενων δικαιωμάτων. Θα δώσουμε λοιπόν μόνοι μας σωσίβιο στην πρωτόγνωρα στριμωγμένη Τουρκία, αντί με ολοκληρωμένο σχέδιο και «έξυπνες» κινήσεις να αξιοποιήσουμε το σπάνιο παράθυρο ευκαιρίας μιάς ευνοικής συγκυρίας που λογικά δεν θα κρατήσει πολύ;
Επιφανειακά οι ηγεσίες Ελλάδας και Τουρκίας φαίνεται να συμπίπτουν στην επιθυμία για αναβολή των δύσκολων θεμάτων μέσα σε κλίμα ηρεμίας, στην πραγματικότητα έχουν όμως διαφορετικές προσδοκίες. Ο σήμερα πανταχόθεν πιεζόμενος αλλά στρατηγικά σκεπτόμενος Ερντογάν ελίσσεται έξυπνα και διαπραγματεύεται τα πάντα εκτός από τους βασικούς του στόχους. Αμβλύνει προσωρινά την ακραία επιθετικότητά του γιατί χρειάζεται τη στήριξη ΕΕ και ΗΠΑ για τα αυξημένα οικονομικά και εσωτερικά του προβλήματα. Όμως στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό θα επανέλθει σύντομα δριμύτερος. Πρώτα θέλει βέβαια να βελτιώσει κάπως τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ (αδυνατίζοντας αντίστροφα τη δική μας και εξασφαλίζοντας ανταλλάγματα). Παράλληλα ετοιμάζεται να υφαρπάξει κάτω από τη μύτη μας (και χωρίς εμείς να κερδίσουμε ουσιαστικά τίποτε) όλα όσα θέλει με τη «θετική ατζέντα» από την ΕΕ: α)το γλίστρημα από την ενταξιακή πορεία προς την «ειδική σχέση» (γιατί η πρώτη συνεπάγεται την επιβολή όρων και ρόλο ανισότιμου κρινόμενου με τον Ελληνισμό σε θέση κριτή) β)οικονομικά οφέλη μέσω του εκσυγχρονισμού της τελωνειακής Ένωσης και της «συνεργασίας» στο μεταναστευτικό γ) πολιτική ισοτιμία με την ΕΕ μέσω συχνών συναντήσεων ευρωπαικής και τουρκικής ηγεσίας δ) είσοδο από την πίσω πόρτα στην ευρωπαική άμυνα που ακόμη και η Ελλάδα (!) ετοιμάζεται να του την ανοίξει. Πλήρης στην ουσία ακύρωση της στρατηγικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή για εξασφάλιση των εθνικών συνόρων.
Αντίθετα από το παρελθόν, σήμερα ο Ερντογάν βιάζεται για «λύσεις» στο Αιγαίο και την Μεσόγειο. Τον πιέζει η ιστορική του φιλοδοξία να αναμετρηθεί με τον Ατατουρκ το 2023, αλλά και η προοπτική απώλειας της εξουσίας. Προτιμά βέβαια να υλοποιήσει τη «γαλάζια πατρίδα» με υποχωρήσεις Αθήνας και Λευκωσίας στα διάφορα διπλωματικά τραπέζια που δυστυχώς πέτυχε —με ετεροβαρή ατζέντα και παρά τις αρχικές αντιστάσεις τους—να τις σύρει. Κι όταν Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία αντιστέκονται, τότε να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική πίεση «επί του πεδίου» (βλ. κρίσεις του 2020) για να επιστρέψουν, αλλά υπό χειρότερους κάθε φορά όρους.
Εμείς από την άλλη (ακολουθώντας μιά συχνή πεπατημένη του παρελθόντος) «βολευόμαστε» με μία επικοινωνιακή ανάσα για ένα «ήρεμο καλοκαίρι». Η θεοποίηση όμως της αποκλιμάκωσης που αποπνέουν ακόμη και κυβερνητικές δηλώσεις στέλνει επικίνδυνα μηνύματα στην Τουρκία αλλά και σε εταίρους και συμμάχους. Διότι όσο πιο έντονα δείχνεις ότι η πρώτη επιδίωξή σου δεν είναι η προώθηση των συμφερόντων σου αλλά αποκλειστικά το πώς θα «γλυτώσεις» τη σύγκρουση, τόσο πιό ασφυκτικά θα σε πιέσει επί του πεδίου η άλλη πλευρά. Με αναστεναγμούς ανακούφισης γιατί «τα ερευνητικά σκάφη παραμένουν δεμένα» δεν υπάρχει αποτροπή— όσα κι αν λέγονται περί του αντιθέτου με επικοινωνιακή αυτοπεποίθηση.

Γιάννης Βαληνάκης/ Υπερβολικές διαχύσεις, επικίνδυνα μηνύματα…

06.06.21 Anatropi

06.06.21 Anatropi

 

Η ομάδα Ερντογάν βάλλει εδώ και καιρό και με κάθε μέσο κατά της χώρας μας, της ηγεσίας της, των ενόπλων δυνάμεών της, της ιστορίας της, κατά παντός ελληνικού και κυπριακού στόχου. Καθημερινά, και με ωμές απειλές άσκησης βίας, προσβολές, διαβολές σε διεθνή όργανα και γενικότερα με πρωτοφανή επιθετικότητα.

Ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε τέτοια βιαιότητα λόγων και ποτέ δεν ήταν τόσο παραληρηματικές οι διεκδικήσεις της γείτονος κατά της εδαφικής μας ακεραιότητας. Η μαζική στήριξη της κοινής γνώμης στην εμφάνιση του Ν. Δένδια στην Άγκυρα επιβεβαιώνει το προφανές: ότι οι απελπιστικά χαμηλοί τόνοι με τους οποίους συστηματικά απαντά η κυβέρνηση στα ακατάπαυστα υβρεολόγια, τα σφυροκοπήματα τραμπουκισμού και τις βίαιες προσκλήσεις κατά των ελληνικών συνόρων προσβάλλουν πρώτα-πρώτα βάναυσα το εθνικό αίσθημα.

Πόσο νόημα έχουν οι πανηγυρισμοί για τα 200 χρόνια της εξέγερσης κατά των Οθωμανών αν σήμερα μιά χώρα απείρως πιο ισχυρή από τους εξεγερμένους του 1821 υποκρίνεται ότι δεν καταλαβαίνει πόσα τετελεσμένα δημιουργεί καθημερινά ατιμωρητί ο Ερντογάν ;

Ο στρουθοκαμηλισμός απέναντι στο νεο-προβαλλόμενο «δίκαιο της οθωμανικής κατάκτησης» δεν ταιριάζει σε μιά χώρα που προβάλλεται ως ισχυρή , ειρηνική, ισότιμα συνεργάσιμη με όλους, μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, και που διαφημίζει εντέλει και ισχυρές νέες συμμαχίες. Το «καταπίνω και δεν αντιδρώ» δεν ταιριάζει πρώτα-πρώτα στην ιστορία της και την αξιοπρέπειά της. Έτσι το εισπράττει η κοινή γνώμη.

Πέρα όμως από τα εθνικά συναισθήματα, προβληματίζεται κανείς για τα επικίνδυνα μηνύματα που στέλνονται με τη συμπεριφορά μας σε εταίρους και φίλους.

Είναι άραγε αναγκαίο δείγμα πολιτικής ορθότητας να αγκαλιαζόμαστε συνεχώς και να καλούμε σπίτι μας τον υβριστή μας; Που μάλιστα προσβλητικά τα αντιπαρήλθε και αυτοπροσκλήθηκε στη Θράκη, παίρνοντας (κατά τη γνώμη του βέβαια) τη ρεβάνς;

Με τέτοια στάση απέναντι στους γείτονες, δηλαδή σαν να μην συμβαίνει τίποτε, μπορούμε παράλληλα (εκτός αν διακόψαμε τις προσπάθειες) να πιέζουμε τους εταίρους μας στην ΕΕ να επιβάλουν εμπάργκο στα επιθετικά όπλα που ετοιμάζονται να παραδώσουν στην Άγκυρα; Δηλαδή η Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία να ακυρώσουν κερδοφόρες συμφωνίες δισεκατομμυρίων για να τιμωρήσουν αυτούς με τους οποίους εμείς χαριεντιζόμαστε ενώ επιπλέον εμείς δεν έχουμε κανένα δικό μας deal να θυσιάσουμε;

Τι μηνύματα αποθράσυνσης στέλνουμε παράλληλα στην Άγκυρα συρόμενοι χωρίς όρους σε διάλογο και άρα αποδεχόμενοι ότι όσα έκανε το 2020 σε βάρος του Ελληνισμού θα παραμείνουν ατιμώρητα; Άλλο να αποδέχεσαι ισότιμο διάλογο κι άλλο να συζητάς πάνω σε ατζέντα κατά τα 4,5/5 τουρκική.

Άλλο να δέχεσαι κατ’αρχήν την προσφυγή στη Χάγη κι άλλο να κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις πώς Τούρκοι, Γερμανοί και ΗΠΑ θέλουν να «ρίξουμε στα ζάρια» ξένων δικαστών όλες τις μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας.Άλλο να κάνεις διάλογο οριοθέτησης ΑΟΖ με βάση την UNCLOS και τον χάρτη της Σεβίλης κι άλλο να προσέρχεσαι με μόνη φιλοδοξία να περνάει ο χρόνος.

Άλλο να αξιοποιείς με σχέδιο το γενικό στρίμωγμα του Ερντογάν, κι άλλο να δικαιολογείς τα πάντα

επειδή τάχα γίνονται για εσωτερική κατανάλωση.

Άλλο να περιμένεις παθητικά τι θα συμφωνήσουν ο Ερντογάν και ο Μπάιντεν κι άλλο να πείσεις τις ΗΠΑ να επιβάλουν συγκεκριμένους όρους στην Τουρκία στηρίζοντας έμπρακτα τις ελληνικές και κυπριακές θέσεις.

Άλλο να σε στηρίζουν έμπρακτα οι εταίροι απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα, κι εντελώς άλλο να διατυμπανίζεις ότι τα ελληνοτουρκικά έγιναν ευρωτουρκικά και να αποδέχεσαι παθητικά την ΕΕ σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου.

Άλλο ενταξιακή διαδικασία κι άλλο η «ειδική σχέση» στα μέτρα της Τουρκίας που εξυφαίνεται σε βάρος μας. Και τελικά άλλο η «έξυπνη»  μη-κλιμάκωση με σχέδιο και διπλωματικές πρωτοβουλίες, κι άλλο να περιμένεις ρομαντικά τον Αη Βασίλη με τα δώρα στο τζάκι.

 

06.06.21 Anatropi

 

Ποιές είναι οι ελληνικές θεσεις στον διάλογο με την Τουρκία; Γιατί είμαστε μουγγοί για τον χάρτη της Σεβίλης;

Παρακολουθήστε την συνέντευξη του Καθηγ. Γιάννη Βαληνάκη στο Γιώργος Σιαδήμας στην εκπομπή “Επι του Πιεστηρίου” στον τηλεοπτικό σταθμό Kontra Channel.

Συνέντευξη του Καθηγ. Γιάννη Βαληνάκη στον Θάνο Σιαφάκα στην ΕΡΑ1 , Πέμπτη 27/5/21

Όταν ετοιμαζόμαστε να φιλοξενήσουμε τον «φίλο» μας Τούρκο ΥΠΕΞ ακόμη και στην Κρήτη, περιμένουμε η Γερμανία και η ΕΕ να συμφωνήσουν ότι απειλούμαστε και να επιβάλουν κυρώσεις σε βάρος των δικών τους οικονομικών συμφερόντων; Αστείο. Χάρτινο θα είναι το μαστίγιο τον προσεχή Ιουνιο αλλά χρυσό το καρότο προς την Άγκυρα. Και η υπερβολική επιμονή στην αποκλιμάκωση ως μοναδικού ελληνικού στόχου στέλνει επικίνδυνα μηνύματα στην Άγκυρα.

 

Σαράντα χρόνια στην ΕΕ: Οι χαμένες ευκαιρίες και η ανάγκη να αποτραπεί η ειδική σχέση ΕΕ-Τουρκίας

Σαράντα χρόνια μετά την ένταξή μας στην ΕΕ, Ελλάδα και Κύπρος είναι τα μόνα κράτη-μέλη που δεν έχουν κατακτήσει το κορυφαίο επίτευγμα της ευρωπαικής ενοποίησης: το αίσθημα ασφάλειας του «ποτέ πιά πόλεμος». Αν ο αρχιτέκτων της μεγαλύτερης μεταπολεμικά διπλωματικής επιτυχίας της χώρας Κωνσταντίνος Καραμανλής σοφά διείδε τις μεγάλες προοπτικές αποτροπής μιάς επιθετικής Τουρκίας, τα αποτελέσματα των 40 χρόνων είναι σαφώς κατώτερα των δυνατοτήτων μας.Έστω και σήμερα όμως καλούμαστε, με σχέδιο και «έξυπνες» κινήσεις, να μετακινήσουμε την ΕΕ σε θέση αποτελεσματικής στήριξης και αλληλεγγύης ανατρέποντας την επιθυμία ορισμένων εταίρων μας (και της Τουρκίας) να περιοριστεί σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου.
Τα τεράστια εθνικά πλεονεκτήματα που διανοίγονταν αντικειμενικά και εξ ορισμού για την Ελλάδα το 1981 απαιτούσαν φυσικά για να αποδώσουν έναν εθνικό σχεδιασμό. Λογικά, με μιά «έξυπνη» στρατηγική, μετά από 40 χρόνια θα είχαμε σήμερα πάνω απ’όλα εξασφαλίσει κι εμείς το θεμελιώδες μεταπολεμικό επίτευγμα. Γιατί όμως η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ακόμη και σήμερα οι μόνες χώρες της ΕΕ που αντιμετωπίζουν, χωρίς τη δέουσα στήριξη, πρωτοφανή επιθετικότητα στα σύνορά τους;
Πρώτον γιατί η συχνή πρακτική των αυτοσχεδιασμών δεν επέτρεψε να δρέψουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Και δεύτερον, γιατί τα κατά καιρούς κρίσιμα λάθη και παραλείψεις μας ενισχύονταν διαχρονικά και από τα προφανή συμφέροντα ορισμένων εταίρων, μεγεθύνοντας έτσι τα διαφυγόντα κέρδη μας. Το αποτέλεσμα είναι δυστυχώς σήμερα πεντακάθαρο μπροστά μας:  η ΕΕ, αντί να στέκεται αποτελεσματικά και αποτρεπτικά αλληλέγγυα δίπλα στην απειλούμενη Ελλάδα, ακολουθεί στην πράξη ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Και η χώρα μας, υποκρινόμενη επικοινωνιακά ότι τα ελληνοτουρκικά έγιναν ευρωτουρκικά, παγιδεύθηκε σε επικίνδυνα αδιέξοδα αδυνατώντας να τα μετατρέψει πραγματικά σε τέτοια, μέσα από «έξυπνες» πρωτοβουλίες.
Στη στρατηγική σύλληψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή η ίδια η ένταξη στην ΕΕ θα λειτουργούσε πρώτα-πρώτα αποτρεπτικά απέναντι στα τουρκικά αναθεωρητικά σχέδια. Θα πολλαπλασιάζονταν εξάλλου οι ελληνικές δυνατότητες διπλωματικής ισχύος: κάθε τρίτη χώρα έπρεπε να συνυπολογίζει την επιρροή μας στις ευρωπαικές αποφάσεις και το βέτο που πλέον διαθέταμε. Χάσαμε όμως ιστορικές ευκαιρίες, ειδικά στη δεκαετία του ‘80 όταν οι τότε κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ έβλεπαν εχθρικά την ΕΟΚ και κάθε προσπάθεια κοινής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Το οξύμωρο είναι μάλιστα ότι θεώρησαν εθνικά επωφελέστερο να προβάλουν βέτο σε σειρά κοινών θέσεων της Ευρώπης σε εντελώς ανούσια θέματα (Τσαντ κλπ), αντί για τα εθνικά θέματα. Λειτουργώντας ιδεοληπτικά, δεν αντάλλαξαν κάν τις θαρραλέες αντιρρήσεις απέναντι στους εταίρους με στήριξή τους στην εθνική ασφάλεια.
Ανεκμετάλλευτες πέρασαν και τα επόμενα χρόνια οι ενδοκοινοτικές διαπραγματεύσεις για αναθεωρήσεις των συνθηκών, όπως και οι διαδοχικές διευρύνσεις όταν τα υποψήφια μέλη ζητούσαν τη θετική μας ψήφο για να ενταχθούν, αλλά μετά την ένταξή τους μάς «άδειαζαν» στα εθνικά θέματα. Παρά την θετικότερη στάση προς την ΕΕ των κυβερνήσεων Κ.Σημίτη, στα ευρω-τουρκικά πήγαμε στο άλλο άκρο. Από το «δεν διεκδικούμε τίποτα» στο Αιγαίο και την ερμητικά κλειστή πόρτα της ΕΕ για την Άγκυρα, η Ελλάδα μετακινήθηκε μετά την ταπείνωση στα Ίμια στο ορθάνοιχτο άνοιγμα της ευρωπαικής πύλης στο Ελσίνκι. Αντί έναντι της μεγάλης μας υποχώρησης να εξασφαλιστούν ουσιαστικοί όροι και παραχωρήσεις από την Άγκυρα, αποδεχθήκαμε μιά οιονεί ευρωπαική διαιτησία ίσων αποστάσεων. Η ΕΕ ευλόγησε έτσι τις «διερευνητικές επαφές» που επέτρεπαν στην εκτός ΕΕ και αναθεωρητική Τουρκία να θέτει οποιαδήποτε διεκδίκηση απέναντι στο κράτος-μέλος Ελλάδα, και την Αθήνα απλώς να αμύνεται επί της τουρκικής ατζέντας. Κι αντί για πίεση της ΕΕ προς την Τουρκία να αποσύρει τις εξωφρενικές ιδέες της για γκρίζες ζώνες, casus belli, και να προσχωρήσει στη ΣΔΘ ώστε βάσει αυτής να οριοθετήσουμε την ΑΟΖ , αποδεχθήκαμε τον κίνδυνο να συρθούμε στο Διεθνές Δικαστήριο για όλες τις διεκδικήσεις της.
Ενόψει πυκνών εξελίξεων μπροστά μας, χρειάζεται να αξιοποιήσουμε στο έπακρο, με σχέδιο αλλά και συνετή πίεση, τη συμμετοχή μας στην ΕΕ για να αποφύγουμε την χειρότερη εξέλιξη που διαγράφεται στον ορίζοντα: ίσες αποστάσεις της ΕΕ, «χρυσά καρότα» («θετική ατζέντα») και «στο χέρι» για την Άγκυρα καθώς και ανούσιοι όροι στα ελληνοτουρκικά, έναντι θεωρητικών χάρτινων κυρώσεων. Και το χειρότερο: την σταδιακή αντικατάσταση της ενταξιακής πορείας (που συνεπάγεται πολλούς και σκληρούς ευρωπαικούς όρους) με την «ειδική σχέση». Διακαώς την επιδιώκουν αρκετοί εταίροι μας αλλά και ο Ερντογάν γιατί συνεπάγεται: ρόλο ισότιμου εταίρου (και όχι υπό κρίση υποψήφιου) στην Τουρκία, εξασφάλιση τεράστιων οικονομικών προνομίων, αλλά και είσοδό της στην κοινή ευρωπαική άμυνα. Η Ελλάδα χάνει έτσι από κάθε άποψη και πλέον ισοπεδώνεται ουσιαστικά και στην ΕΕ  όπως ακριβώς στο ΝΑΤΟ. Αν προσθέσει κανείς την ανησυχητική κυβερνητική αδιαφορία για χρήσιμα ευρωπαικά αμυντικά σχήματα (όπως η «Ευρωπαική Πρωτοβουλία Επέμβασης» του Μακρόν) και την υποχωρητική διάθεση απέναντι σε απόπειρες εισόδου της Τουρκίας στην ευρωπαική άμυνα (όπως σήμερα, βλ.πχ. PESCO/EDIDP) , οι εξελίξεις οδηγούν προοπτικά στην πλήρη ακύρωση της ευρωτουρκικής μας στρατηγικής.
Πρώτον λοιπόν πρέπει οι εταίροι μας (υπό πίεση) να αποδεχθούν ότι η Ελλάδα (και η Κυπριακή Δημοκρατία) αυτονόητα δικαιούνται μέσω της ευρωπαικής ενοποίησης το «ποτέ πιά πόλεμος» όπως όλοι οι άλλοι εταίροι της. Αν η Ελλάδα προέβαλε στο παρελθόν βέτο για αστεία ζητήματα, πώς μπορεί να μένει σήμερα πλήρως συγκαταβατική όταν μάλιστα όλοι αναγνωρίζουν ότι απειλείται έμπρακτα από μιά παραληρηματική Τουρκία; Κι όταν το ευρωπαικό σύστημα κυρώσεων κινητοποιείται αστραπιαία για τη Λευκορωσία, γιατί η χώρα μας σπεύδει να χαρίσει αμέσως και δωρεάν τη συναίνεσή της;
Δεύτερον πρέπει ευσχήμως να αντικαταστήσουμε τις διερευνητικές επαναφέροντας τα ελληνοτουρκικά (την οριοθέτηση της ΑΟΖ) στο πραγματικό ευρωτουρκικό τους πλαίσιο: στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις (ανοίγοντας πχ το Κεφάλαιο 13 για την αλιεία και το δίκαιο της θάλασσας) που υποχρεώνουν την Άγκυρα σε θέση κρινόμενου, την Κομισιόν σε ρόλο διαπραγματευτή εκ μέρους μας, και τον Ελληνισμό σε θέση κριτή.Το ότι η Τουρκία θα αρνηθεί δεν αποτελεί δικαιολογία για υπεκφυγή.
Τρίτον, μέσα  από μιά ολοκληρωμένη πρωτοβουλία (κι όχι με ιδέες «στο πόδι») να πιέσουμε αποφασιστικά για ένα ολοκληρωμένο ευρωπαικό σύστημα ασφάλειας που να στηρίζει έμπρακτα τα απειλούμενα κράτη-μέλη: η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής δεν μπορεί να περιορίζεται στην τρομοκρατία, αλλά να καλύπτει και την επιθετικότητα τρίτης χώρας, ακόμη και νατοικής.Μέσα από τη νέα διαβούλευση που ξεκίνησε για το μέλλον της Ευρώπης, πρέπει πέρα από ουσιαστικές ρήτρες συνδρομής, να πιέσουμε για αποτελεσματικούς μηχανισμούς ταχείας αντίδρασης της ΕΕ (από σύστημα άμεσα υλοποιήσιμων κυρώσεων μέχρι την παρέμβαση δυνάμεων ταχείας αντίδρασης). Θα μάς χρειαστούν!
Έστω και σαράντα χρόνια μετά την ένταξή μας, μπορούμε με «έξυπνες» στρατηγικές κινήσεις, συνετή πίεση αλλά και (στην ανάγκη) δίνοντας την «μητέρα των ευρωπαικών μας μαχών» με απειλή βέτο, να μετατρέψουμε την ΕΕ από «επιτήδειο ουδέτερο» σε καίριο αποτρεπτικό σύμμαχο απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα με την οποία αναγκαστικά θα ζήσουμε για το ορατό μέλλον. Χρειαζόμαστε όμως επειγόντως ένα νέο εθνικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της επαπειλούμενης «ειδικής σχέσης» και την πλήρη αξιοποίηση της ΕΕ στα ελληνοτουρκικά. Οι πανηγυρισμοί ότι τάχα έγιναν πλέον ευρωτουρκικά κινδυνεύουν αντίθετα να οδηγήσουν σε ανησυχητικούς εφησυχασμούς και νέες κρίσεις υπό χειρότερους όρους.
Καθηγητής Γιάννης Βαληνάκης,
πρ. Υφυπουργός Εξωτερικών

Διάλογο κάνεις για να κερδίσεις, όχι απλά για να αποκλιμακώσεις… Αρθρο στο Anatropi News 17.05.21

Anatropi News 17.05.21

Έχοντας μπροστά μας κρίσιμες ελληνο-τουρκικές συναντήσεις και ευρύτερες  εξελίξεις εθνικού ενδιαφέροντος, επείγει η νηφάλια ενδοσκόπηση στον εθνικό σχεδιασμό για τα ελληνο-τουρκικά και το Κυπριακό.

Στόχος μας δεν μπορεί να είναι η (τόσο εμφανής μάλιστα) θεοποίηση από μέρους μας της αποκλιμάκωσης ως αποκλειστικού και πάση θυσία στόχου: στέλνει στην άλλη πλευρά επικίνδυνα μηνύματα φόβου και υποχωρητικότητας. Αυτονόητος στόχος μιάς νέας στρατηγικής θα έπρεπε να είναι να βγούμε από τις επόμενες κρίσεις που πιθανότατα θα ακολουθήσουν, με κέρδη μετρήσιμα και ουσιαστικά.

Δεν μπορεί να εφησυχάζουμε πανηγυρίζοντας ως στόχο και επιτυχία το ότι ο Ερντογάν κρατάει (προσωρινά) τα γεωτρύπανα στα τουρκικά λιμάνια.

1. Όπως μας δείχνουν οι εστίες ανάφλεξης τριγύρω μας (Αν.Μεσόγειος, Λιβύη, Μέση Ανατολή, Καύκασος, Ουκρανία κλπ), στο νέο διεθνές σύστημα που αναδύθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και τον Μονοπολικό Κόσμο, οι πιθανότητες ένοπλης σύγκρουσης έχουν δυστυχώς αυξηθεί. Αποτελεί γι αυτό επικίνδυνο εφησυχασμό αν σημαντικοί ιθύνοντες πιστεύουν πραγματικά ότι πολεμική σύγκρουση δεν θα υπάρξει σε καμία περίπτωση και ότι « η αποτρεπτική μας ισχύς είναι ισχυρότατη», όπως έχει λεχθεί. Οι καιροί απαιτούν μεγάλη ευελιξία και κινητικότητα (με απτά αποτελέσματα), ορθή ανάγνωση των φύσει ασταθών συμμαχιών και ρευστών συσχετισμών και άρα αυξημένη ετοιμότητα και στρατηγικό σχεδιασμό με βάση όχι το ευκταίο, αλλά το χειρότερο σενάριο.

2.Ειδικά για τη χώρα μας απαιτείται μιά νέα στρατηγική με στόχο την αποτροπή μιάς σταθερά επιθετικής Τουρκίας χωρίς υποχωρήσεις και διολισθήσεις στο διπλωματικό πεδίο. Δυστυχώς φαίνεται να διαφεύγει από πολλούς ότι η αξιοπιστία της αποτρεπτικής ικανότητας κρίνεται από τον υποψήφιο εισβολέα κι ότι γι αυτό μιά πολιτική ηγεσία πρέπει πάντα να δείχνει έτοιμη (και να το επικοινωνεί στους ορθούς τόνους) να ακολουθήσει τον αντίπαλο «μέσα στο φρενοκομείο» αν πληγεί η εθνική ακεραιότητα. Άρα, να γνωρίζει ο πιθανός εισβολέας ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αποτροπής διαθέτουμε τόσο την πολιτική αποφασιστικότητα, όσο και τη στρατιωτική ικανότητα «ανταπόδωσης»  με καίρια πλήγματα εναντίον του ( κι όχι απλής άμυνας επί του πατρίου εδάφους— άρα αρκετά πέραν της «ισοπέδωσης μιάς βραχονησίδας»).

3. Χώρες όπως η Τουρκία δυστυχώς εντάσσουν τη στρατιωτική σύγκρουση, ιδίως την «περιορισμένη» και τις υβριδικές επιθέσεις (Έβρος, Αιγαίο κλπ) στην καθημερινή φαρέτρα τους γιατί έχουν αντιληφθεί την αδυναμία της Δύσης να απαντήσει σε επιθέσεις και παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου με στρατιωτική απώθηση των εισβολέων. Γνωρίζουν λοιπόν ότι οι επιθέσεις τους θα μείνουν ουσιαστικά ατιμώρητες, «ανοίγουν θέματα», τολμούν και τελικά κάτι κερδίζουν «επί του πεδίου». Οι χώρες λοιπόν αυτής της κατηγορίας, όπως η Τουρκία, που θεωρούν τη σύγκρουση (και την απειλή χρήσης βίας) αποδεκτό μέσο πολιτικής, δεν αντιμετωπίζονται με αυτόματη προσφυγή στους συνήθεις «πολιτισμένους» διαλόγους μεταξύ Ευρωπαίων γειτόνων.

4.  Στην επίλυση των διεθνών διενέξεων η ακολουθητέα διαδικασία έχει ιδιαίτερο βάρος. Τα κράτη συνήθως επιλέγουν τις διαπραγματεύσεις (που βαφτίζονται με διάφορα ονόματα για λόγους επικοινωνιακούς) ή την λίγο-πολύ άτυπη μεσολάβηση τρίτου μέρους (ή ομάδας κρατών), και λιγότερο συχνά τη δικαστική επίλυση γιατί απαιτεί συνήθως πολύ χρόνο αλλά και δεν εγγυάται την αποδοχή της απόφασης από τα δυστροπούντα μέρη. Όμως διάλογοι χωρίς όρους σπανίζουν. Συνήθως διαμορφώνεται παρασκηνιακά ένα πλαίσιο συμφωνίας με εξισορρόπηση των θεμάτων της ατζέντας ώστε να γίνει αμοιβαία αποδεκτό. Το πλαίσιο των διερευνητικών επαφών με την Άγκυρα δυστυχώς απέχει πολύ από μιά εξισορροπημένη και αμοιβαία αποδεκτή ατζέντα θεμάτων.

Κι όμως απτόητοι συνεχίζουμε με μιά διαδικασία που εν τέλει γεννήθηκε από την ήττα στα Ίμια. Το ίδιο και η στρατηγική μας στο Κυπριακό, αποτέλεσμα των ελλαδικών τύψεων για την τραγωδία του 1974.

Εν κατακλείδι, το αν, πώς και πού θα συναντηθούν οι υπουργοί Εξωτερικών ή και οι ηγέτες των δύο χωρών έχει δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Όμως, το εθνικά ενδιαφέρον και κρίσιμο που οφείλουμε να αποτιμήσουμε είναι το με ποιές θέσεις προσέρχεσαι στον «διάλογο» και τι μάχεσαι για να κερδίσεις. Ουδείς υπεύθυνος χειριστής έχει πειστικά εξηγήσει τι θα κερδίσει η Ελλάδα από τη συζήτηση επί μιάς ατζέντας θεμάτων κατά τα 4,5/5 τουρκικών και αν ο εθνικός μας στόχος είναι η ΑΟΖ των 500.000 τετρ.χλμ. που δικαιούμαστε σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας. Σε διάλογο προσέρχεσαι για να κερδίσεις, όχι απλά για να «αποκλιμακώσεις» και να χειροτερεύσεις τη θέση σου.

——————
* Καθηγητής διεθνών σχέσεων, Πρόεδρος του Ευρωπ.Κέντρου Αριστείας και πρ. υφυπουργός Εξωτερικών.