ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΛΗΝΑΚΗΣ Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών & Βουλευτής Δωδεκανήσου

Ομιλίες

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,

Θα ήθελα καταρχήν να συγχαρώ την Πρόεδρο της Επιτροπής για την  πρωτοβουλία αυτής της συζήτησης αναφορικά με τα αποτελέσματα του προσφάτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και τις προτεραιότητες της Σουηδικής Προεδρίας η οποία ανέλαβε χθες τα καθήκοντά της και στην οποία θα ήθελα να ευχηθώ και από αυτό το βήμα κάθε επιτυχία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 18ης και 19ης Ιουνίου μπορεί να καταγραφεί ως ο πιο πρόσφατος -αλλά όχι και ο τελευταίος- σταθμός μιας σειράς σημαντικών συνόδων για την πορεία της Ένωσης.

Η παράνομη μετανάστευση και η ανάγκη συγκροτημένης αντιμετώπισής της, η θέση σε εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας και το κλείσιμο της μεγάλης θεσμικής και λειτουργικής εκκρεμότητας της Ένωσης, η αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η πορεία της διεύρυνσης, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι ίσως τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησαν τις εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Η Κυβέρνηση με υψηλό αίσθημα ευθύνης εργάστηκε σκληρά όλους τους προηγούμενους μήνες αλλά και μέχρι το τελευταίο λεπτό έτσι ώστε τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να απηχούν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις ελληνικές θέσεις αλλά και να προωθούν τα εθνικά μας συμφέροντα. Κινηθήκαμε στη βάση ολοκληρωμένου σχεδιασμού, με σαφείς στόχους, με πλήρη επίγνωση του πεδίου της ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες και παρουσιάζοντας ιδέες και προτάσεις εκεί που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού αποτελέσματος.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Χωρίς αμφιβολία, το σημαντικότερο θέμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου ήταν η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης. Ένα θέμα που δεν ήταν αρχικά στην ημερήσια διάταξη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Χάρις στις επίμονες και συντονισμένες προσπάθειες του Υπουργείου Εξωτερικών και της κυβέρνησης, αναγνωρίστηκε στο ανώτατο ευρωπαϊκό επίπεδο, η ανάγκη συνεργασίας για την αντιμετώπιση ενός φαινομένου που επηρεάζει άμεσα τη χώρα μας και κλιμακώνεται ανησυχητικά, ειδικά στις ακριτικές νησιωτικές περιοχές μας.

Η ανάγκη συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπήρξε πάγια ελληνική θέση τα τελευταία 5 χρόνια. Η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός δεν έχασαν ευκαιρία να την τονίζουν σε όλα τα επίπεδα και να την συνοδεύουν με συγκεκριμένες προτάσεις, όπως η πρότασή μας για τη σταδιακή συγκρότηση Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής. Όλες και όλοι γνωρίζετε πως οι ρυθμοί αντίδρασης της Ένωσης σε τέτοια ζητήματα, όπου όταν απαιτείται συναίνεση 27 Κρατών-Μελών, δεν είναι οι ταχύτεροι. Τώρα, όμως, η κλιμάκωση του φαινομένου είναι τέτοια που δεν επιτρέπεται σε κανέναν να «σφυρίζει αδιάφορα».  Τα συμπεράσματα που υιοθετήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναβαθμίζουν το θέμα της παράνομης μετανάστευσης σε προτεραιότητα της ΕΕ. Τονίζουν τη σημασία μιας αποφασιστικής ευρωπαϊκής απάντησης που θα βασίζεται στην αλληλεγγύη και την κατανομή ευθυνών μεταξύ των Κρατών Μελών, σύμφωνα με τις επιταγές του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και της Σφαιρικής Προσέγγισης για τη Μετανάστευση.

Το πολιτικό μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές. Η παράνομη μετανάστευση είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Έγινε κατανοητό πως δεν επηρεάζει μόνο τα Μεσογειακά Κράτη Μέλη της ΕΕ, τα οποία είναι – αν θέλετε - ο πρώτος σταθμός των μεταναστών προτού μεταβούν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Άρα ως ένα κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκό πρόβλημα, απαιτεί και μια ξεκάθαρη ευρωπαϊκή λύση. Η ανάγκη για έμπρακτη αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά αυτή η κοινή ευρωπαϊκή πρόκληση καθίσταται επιτακτική. Τώρα είναι η ώρα των αποφάσεων και των δράσεων. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έρχονται να δικαιώσουν πάγιες ελληνικές θέσεις για την ουσιαστική επιχειρησιακή αναβάθμιση της FRONTEX με την ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων, την επεξεργασία σαφών κανόνων για τις κοινές περιπολίες, καθώς και την αύξηση των κοινών πτήσεων επιστροφής.

Με τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τίθεται, επίσης, επί τάπητος το θέμα της ανακατανομής των δικαιούχων διεθνούς προστασίας μεταξύ των Κρατών Μελών σε εθελοντική βάση (προβλέπεται ήδη πιλοτικό σχέδιο για τη Μάλτα).
 
Ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο που οφείλουμε να συγκρατήσουμε από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι η σαφής πλέον πρόθεση της Ένωσης  για την ενίσχυση της συνεργασίας με τις κύριες χώρες καταγωγής και διέλευσης παρανόμων μεταναστών. Οι προσπάθειες της Κυβέρνησης υπήρξαν εργώδεις και φυσικά όχι μόνο τις τελευταίες εβδομάδες όπως κάποιοι επιπόλαια ισχυρίζονται. Εδώ και πάρα πολύ καιρό, και σε όλα τα επίπεδα αγωνιστήκαμε σκληρά για να δοθεί η υψηλή προτεραιότητα – που καταγράφουν τα Συμπεράσματα - στη σύναψη Συμφωνιών Επανεισδοχής ως βασικού εργαλείου της εξωτερικής Πολιτικής της Ε.Ε.  Απηχώντας πλήρως τις ελληνικές επιδιώξεις γίνεται ονομαστική αναφορά στην Τουρκία και τη Λιβύη. Η αναφορά αυτή συγκεκριμενοποιεί και αυξάνει σε ανώτατο επίπεδο την πίεση προς τη γείτονα χώρα να επιδείξει πνεύμα συνεργασίας ως προς τη Σύναψη της Συμφωνίας Επανεισδοχής με την ΕΕ. Ζητάει, επίσης, την πιστή εφαρμογή του διμερούς ελληνο-τουρκικού Πρωτοκόλλου Επανεισδοχής, το οποίο μέχρι σήμερα αρνείται ουσιαστικά η Άγκυρα να εφαρμόσει πρακτικά. Ειδικότερα, το θέμα της εφαρμογής του διμερούς Πρωτοκόλλου καθίσταται πλέον ευρωπαϊκό θέμα.

Επιπλέον αξίζει να τονιστεί ότι όλα αυτά πρέπει να αποτελέσουν βασικές παραμέτρους κατά την εκπόνηση του νέου πολυετούς προγράμματος στον τομέα Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης για τα επόμενα πέντε έτη (2010-2014).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη δημοσιοποιήσει σχετική Ανακοίνωση που εμπεριέχει τη θέση της σχετικά με τις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν στο εν λόγω Πρόγραμμα, που είναι γνωστό και ως Πρόγραμμα της Στοκχόλμης. Η Επιτροπή ορίζει τέσσερις προτεραιότητες με στόχο να επιτευχθούν απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα για τους πολίτες της Ε.Ε. εντός του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, δικαιοσύνης και ασφάλειας: α) Ευρώπη Δικαιωμάτων β) Ευρώπη Δικαιοσύνης γ) Ευρώπη που προστατεύει και δ) Ευρώπη Αλληλεγγύης.

H χώρα μας εργάζεται από την πρώτη στιγμή έτσι ώστε στο Πρόγραμμα Στοκχόλμης να περιληφθούν και δράσεις που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Quattro Group (Ελλάδα, Κύπρος, Ιταλία, Μάλτα), ειδικότερα κατά της παράνομης μετανάστευσης μέσω της Μεσογείου και στον τομέα του Ασύλου. Οι θέσεις μας επικαιροποιούνται συνεχώς και αρχίσαμε ήδη τις διαβουλεύσεις με την Επιτροπή και την Προεδρία ώστε να παρουσιαστούν και να συζητηθούν έγκαιρα τα πρακτικά μέτρα που ζήτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης στα νότια θαλάσσια σύνορα της ΕΕ.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ως αφετηρία για νέα και ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια με στόχο πλέον την ταχύτερη δυνατή υλοποίηση των αποφάσεων που ελήφθησαν, με συγκεκριμένα μέτρα και απτά αποτελέσματα. Προς αυτή την κατεύθυνση αναμένεται να συμβάλει και η Σουηδική Προεδρία, καθώς στις πρόσφατες συναντήσεις του Πρωθυπουργού, της Υπουργού Εξωτερικών αλλά και εμού του ιδίου με τους σουηδούς ομολόγους μας, εκφράσθηκε απόλυτη κατανόηση για την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης της παράνομης μετανάστευσης. Στο πλαίσιο αυτό  εντάσσεται και η στήριξη στις ελληνικές θέσεις που εξέφρασε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη χώρα μας ο αρμόδιος Επίτροπος κ. Barrot.

Η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης απαιτεί ευρωπαϊκές συνεργασίες. Η Ελλάδα πιστεύει ότι η ανάγκη της συνεργασίας για την αντιμετώπισή του προβλήματος αυτού, τόσο με τις χώρες προέλευσης όσο και διέλευσης, θα πρέπει να αποτελεί μέρος της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ.

Απαιτούνται συγκεκριμένα μέτρα σε ευρωπαϊκό πλαίσιο:

- Η Υπηρεσία Frontex χρειάζεται να αναβαθμιστεί. Θα πρέπει να πραγματοποιεί πιο αποτελεσματικές κοινές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η εντατικοποίηση και ενίσχυση των κοινών επιχειρήσεων και περιπολιών της FRONTEX στα θαλάσσια σύνορά μας, με περισσότερα ευρωπαϊκά μέσα (πλωτά και εναέρια, ειδικοί εμπειρογνώμονες) επί μονίμου βάσεως. Ήδη κατόπιν ελληνικών προσπαθειών η Επιχείρηση Ποσειδών κατά μήκος των ελληνικών θαλασσίων συνόρων έχει αναβαθμισθεί σε μόνιμη επιχείρηση, με συμμετοχή μεγάλου αριθμού κρατών-μελών.
- Να υπάρξουν εξειδικευμένα τμήματα της Frontex, εκ των οποίων ένα στην Ελλάδα.
- Πρέπει να εκπονηθεί από τα κράτη μέλη ένα σύστημα καταμερισμού των βαρών, ως έμπρακτη εκδήλωση της κοινοτικής αλληλεγγύης.
- Είναι απαραίτητη, επίσης, η επιπρόσθετη οικονομική συνδρομή για την αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών.
- Χρειαζόμαστε άμεσα και πρακτικά μέτρα, ένα ειδικό πρόγραμμα που θα ανακουφίσει την πίεση των νησιωτικών περιοχών μας, με τη χρήση, π.χ. πλωτού κέντρου πρώτης υποδοχής και μεταφοράς των παράνομων μεταναστών. Έχουμε ήδη ξεκινήσει τη σχετική διαβούλευση με την Ε. Επιτροπή.
- Χρειάζονται και άλλες δράσεις και άλλες προσαρμογές σε ευρωπαϊκό επίπεδο όπως η ανάγκη αναθεώρησης του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ».

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το δίχως άλλο ένα από τα σημαντικότερα θέματα της ημερήσιας διάταξης στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ήταν η πορεία επικύρωσης της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Όπως έχω τονίσει σε κάθε ευκαιρία και εντός αλλά και εκτός του κοινοβουλίου, το κείμενο της Συνθήκης υπήρξε προϊόν σκληρής διαπραγμάτευσης.

Για την κυβέρνηση, την πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και τη συντριπτική πλειοψηφία των Κρατών Μελών της Ένωσης, η Συνθήκη αποτελεί έναν θετικό πολιτικό συμβιβασμό με κοινό παρονομαστή. Θα θέλαμε να πηγαίνει ακόμα παραπέρα και με μεγαλύτερα βήματα προς την κατεύθυνση μιας περισσότερο πολιτικής Ευρώπης. Συνεχίζουμε να εργαζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση, η Συνθήκη είναι ένα θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο που μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά την Ένωση να βρει τον βηματισμό της προς τα εμπρός και να αφήσει πίσω της μια παρατεταμένη περίοδο αμηχανίας και εσωστρέφειας. Οι διεθνείς συνθήκες δεν είναι οι πλέον γόνιμες αλλά η πολιτική βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας των κρατών μελών είναι δεδομένη. 

Ως τώρα, 23 κ-μ έχουν ολοκληρώσει την κύρωση της Συνθήκης. Υπολείπονται τρία (πλην της Ιρλανδίας). Η θετική απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε μόλις προχθές (30.6.09) στην Γερμανία ανοίγει τον δρόμο για την τυπική ολοκλήρωση της διαδικασίας, σύντομα και εκεί. Στην Τσεχία και την Πολωνία, υπολείπεται η υπογραφή των δύο Προέδρων της Δημοκρατίας.

Ως προς την Ιρλανδία, μετά από έξι περίπου μήνες διμερών διαπραγματεύσεων με τη νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου, έχει πλέον διαμορφωθεί το πλαίσιο που θα επιτρέψει στην Ιρλανδική κυβέρνηση να ζητήσει εκ νέου την ετυμηγορία του Ιρλανδικού λαού σε νέο δημοψήφισμα.

Για το βασικότερο ιρλανδικό αίτημα, δηλαδή τη διατήρηση ενός Επιτρόπου ανά κράτος–μέλος, επαναλαμβάνονται τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2008, σύμφωνα με τα οποία η σχετική απόφαση θα ληφθεί με βάση τις απαραίτητες νομικές διαδικασίες, μόλις τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη.

Για τα υπόλοιπα ζητήματα τα Συμπεράσματα νομίζω ικανοποιούν τις ιρλανδικές ανησυχίες.
Πιο συγκεκριμένα για μεν τα δικαιώματα στη ζωή, την οικογένεια και την εκπαίδευση αναφέρει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης δεν θίγουν το ιρλανδικό Σύνταγμα. Για τη φορολογία επαναλαμβάνει τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού  Συμβουλίου του Δεκεμβρίου, ότι δηλαδή η Συνθήκη δεν αλλάζει την αρμοδιότητα της ΕΕ στα φορολογικά θέματα. Για την άμυνα και ασφάλεια επαναλαμβάνει ότι η Συνθήκη δεν επηρεάζει την ιρλανδική ουδετερότητα, την πολιτική ασφάλειας των κ-μ, το δικαίωμα των κ-μ να καθορίζουν τις αμυντικές δαπάνες τους, τη φύση και τον όγκο της άμυνάς τους, κλπ.

Εδώ είναι νομίζω σημαντική μια παρατήρηση, η οποία βέβαια υπάρχει και στα συμπεράσματα. Όλα αυτά είναι ουσιαστικά διευκρινίσεις που παρέχει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Δεν αλλοιώνουν τη φύση και το κεκτημένο της διαπραγμάτευσης που οδήγησε στο τελικό κείμενο της Συνθήκης. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Δεν υπήρξε επαναδιαπραγμάτευση της Συνθήκης όπως πολλοί ήθελαν, με στόχο βέβαια να υπονομεύσουν τον θετικό συμβιβασμό που πετύχαμε αλλά και διαφυλάξαμε στην πορεία. Και όπως έχω τονίσει επανειλημμένα ο ρόλος της χώρας μας ήταν πρωταγωνιστικός προς αυτή την κατεύθυνση.

Επί του χρονοδιαγράμματος τώρα. Υπάρχει πλέον σαφώς καθορισμένος χρονικός ορίζοντας. Το νέο δημοψήφισμα θα διεξαχθεί στην Ιρλανδία στις 2  Οκτωβρίου. Ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά η συζήτηση δεν θα είναι όμηρος ευρωφοβικών συνδρόμων και ανυπόστατων ανησυχιών.

Τα ποσοστά στις ιρλανδικές δημοσκοπήσεις υπέρ της  Συνθήκης για ό,τι αξία έχουν αυτές οι μετρήσεις τρεις μήνες πριν το δημοψήφισμα, καταγράφουν μια δυναμική υπέρ της  Συνθήκης που ξεπερνά το 50%, με τις αρνητικές γνώμες λίγο πάνω από το 30%.

Όπως διαμορφώνεται μέχρι στιγμής η κατάσταση, η ολοκλήρωση της κυρωτικής διαδικασίας της Συνθήκης αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο 2009 και η Συνθήκη να αρχίσει να εφαρμόζεται το 2010, εφόσον βεβαίως το αποτέλεσμα ενός δεύτερου ιρλανδικού δημοψηφίσματος είναι θετικό. 

Πιστεύουμε ότι με τις αποφάσεις του τελευταίου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και με το δημοψήφισμα που θα ακολουθήσει, θα λήξει η θεσμική αβεβαιότητα που ταλαιπωρεί την ΕΕ σχεδόν μια δεκαετία τώρα.

Σε ένα θέμα τώρα που σαφώς σχετίζεται με τα προηγούμενα, είχαμε την επιβεβαίωση σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της πολιτικής συμφωνίας για την ανανέωση της θητείας του κ. Barroso ως Προέδρου της Επιτροπής. Για τον τυπικό διορισμό θα αναμείνουμε την ολοκλήρωση των διεργασιών στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τούτο, ωστόσο δεν έχει αποσαφηνίσει μέχρι σήμερα τις προθέσεις του, μεταξύ άλλων, λόγω της υφιστάμενης θεσμική αβεβαιότητας, δηλαδή εάν η εκλογή αυτή πρέπει να γίνει σύμφωνα με την ισχύουσα Συνθήκη της Νίκαιας, ή σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη άτυπες διαβουλεύσεις της Προεδρίας με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εφόσον υπάρξει συμφωνία, ενδεχομένως να ληφθεί η σχετική απόφαση στις 15 Ιουλίου.

Η διαδικασία ορισμού των υπολοίπων μελών της Επιτροπής θα ξεκινήσει μόλις αποσαφηνιστεί η νομική βάση της, δηλαδή η Συνθήκη που θα ισχύσει. Κάτι τέτοιο δεν αναμένεται πριν το ιρλανδικό δημοψήφισμα.

Η χώρα μας στήριξε την ανανέωση της θητείας του κ. Barroso. Θεωρούμε ότι σε αυτή τη συγκυρία είναι η ενδεδειγμένη επιλογή. Με δεδομένη τη θεσμική αβεβαιότητα, αλλά και τα νέα δεδομένα που θα φέρει η εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας, η συγκεκριμένη επιλογή και στη βάση της θετικής αποτίμησης της θητείας του κ. Barroso και σε θέματα ειδικότερου ελληνικού ενδιαφέροντος είμαστε πεπεισμένοι ότι θα αποβεί ευεργετική για την πορεία της ενοποίησης τα επόμενα χρόνια.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Όπως γνωρίζετε, σημαντικό μέρος των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αφιερώθηκε στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Το πολιτικό μήνυμα είναι ότι τα πράγματα γίνονται πολύ συγκεκριμένα ιδιαίτερα στον τομέα πρόληψης ανάλογων καταστάσεων στο μέλλον. Η Ένωση προχωρά με ταχείς ρυθμούς στη θεσμική θωράκιση της ευρωπαϊκής οικονομίας και επιβεβαιώνει τον ηγετικό ρόλο που μπορεί και οφείλει να διαδραματίζει στο επίπεδο της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης.

Πλέον, αναμένουμε από την Επιτροπή να υποβάλει, το αργότερο έως τις αρχές του Φθινοπώρου, προτάσεις για τη θέσπιση νέου πλαισίου εποπτείας στο επίπεδο της ΕΕ.  Στόχος είναι η ταχύτερη δυνατή υιοθέτηση των προτάσεων της Ομάδας De Larosiere έτσι ώστε το νέο πλαίσιο να συγκροτηθεί πλήρως κατά τη διάρκεια του 2010. 

Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, θεωρώ ότι για μια ακόμη φορά η Ένωση επιβεβαιώνει το πολιτικό πλαίσιο αντιμετώπισης της κρίσης. Η έξοδος από τις σημερινές μεγάλες δυσχέρειες δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε ένα ισορροπημένο μείγμα πολιτικών δημοσιονομικής εξυγίανσης και πολιτικών που να θεμελιώνουν σαφή αναπτυξιακή δυναμική  όχι για την επόμενη της κρίσης αλλά από σήμερα. Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι κρίσιμη η απόφαση για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων στην απασχόληση και τη μείωση της ανεργίας. Και αυτά δεν είναι γενικές και αόριστες εξαγγελίες αλλά συγκεκριμένες δεσμεύσεις που επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι το Σχέδιο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Οικονομίας, στο σύνολό του (εθνικά μέτρα, μέτρα στο επίπεδο της Ένωσης)  φθάνει πλέον το 5% του ΑΕΠ της περιόδου 2009/10.


Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Σε αυτό το πλαίσιο, σε αυτό το πολιτικό τοπίο, αναλαμβάνει η Σουηδία την προεδρία του Συμβουλίου. Η σουηδική Προεδρία έχει ένα προδήλως απαιτητικό έργο μπροστά της. Οι προτεραιότητές της διαμορφώνονται και προσδιορίζονται αφενός από τις δυσκολίες που εξακολουθούν να υφίστανται εξαιτίας της θεσμικής και πολιτικής εκκρεμότητας της Συνθήκης της Λισαβόνας, τις αβεβαιότητες και την προσμονή του ιρλανδικού δημοψηφίσματος και αφετέρου την ανάγκη να βρεθεί το συντομότερο δυνατόν ο απαραίτητος βηματισμός του Συμβουλίου με το νέο Κοινοβούλιο και την καινούργια Επιτροπή. Και αυτές οι απαιτήσεις, βέβαια, παράλληλα με την ανάγκη αποτελεσματικής διαχείρισης και προώθησης των κρίσιμων ζητημάτων που συμπληρώνουν με κυρίαρχο τρόπο την ημερήσια διάταξη της ενοποίησης.

Η Ελληνική κυβέρνηση αντιλαμβανόμενη την κρισιμότητα του αμέσως επομένου διαστήματος έχει αποσαφηνίσει προς τη σουηδική κυβέρνηση τις προτεραιότητες της χώρας μας με διαδοχικές επισκέψεις, τόσο της πολιτικής Ηγεσίας (επίσκεψη του κ. Πρωθυπουργού - 11 Μαΐου τ.έ όσο της κας Υπουργού (10-11/6) και εμού (22-23/6) όσο και σε υπηρεσιακό επίπεδο – διαβουλεύσεις πολιτικών Δ/ντών Ελλάδας Σουηδίας σε Αθήνα (26/5).

Η διαδικασία της διεύρυνσης βεβαίως βρίσκεται στις κορυφαίες θέσεις της ατζέντας της νέας Προεδρίας. Ως προς την Τουρκία, η Προεδρία αναμένεται να επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στο άνοιγμα των κεφαλαίων 19/ «κοινωνική πολιτική και απασχόληση», 8/ «ανταγωνισμός» και 27/ «περιβάλλον». Το πλέον σημαντικό όμως είναι ότι το επόμενο διάστημα η Ένωση θα πρέπει να εξετάσει και το ζήτημα της μη συμμόρφωσης της Τουρκίας στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει έναντι της Ε.Ε. ως προς την πλήρη εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και την εξομάλυνση των σχέσεών της με την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι ένας σημαντικός σταθμός για την αξιολόγηση της πορείας και των προοπτικών της γείτονος. Εδώ θα ήθελα να τονίσω δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι η Ελλάδα έχει καταστήσει από την πρώτη στιγμή απολύτως ξεκάθαρη τη θέση της προς όλους και πρωτίστως προς την Τουρκία. Η Τουρκία αν είναι ειλικρινής στην επιδίωξή της να καταστεί ένα σύγχρονο και ευρωπαϊκό κράτος, πλήρες και ισότιμο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας δεν έχει άλλη επιλογή από το να προχωρήσει στην εκπλήρωση όλων των κριτηρίων και προαπαιτουμένων που έχουν τεθεί από την Ένωση. Σε αυτή την αδιαπραγμάτευτη ευρωπαϊκή λογική βασίζεται και η ελληνική υποστήριξη της τουρκικής υποψηφιότητας. Το πλαίσιο είναι σαφές και δεν συγχωρείται η παραμικρή παρανόηση: Πλήρης συμμόρφωση οδηγεί σε πλήρη ένταξη.

Δεύτερον, σε αυτό το αυστηρά προσδιορισμένο πολιτικό πλαίσιο, το Υπουργείο Εξωτερικών προετοιμάζεται εδώ και πολύ καιρό για το ραντεβού της Ένωσης με την Τουρκία. Δεν χρειάζεται βέβαια να τονίσω ότι η συνεργασία μας με την Κυπριακή Κυβέρνηση είναι συνεχής.

Στο ίδιο πεδίο – της διεύρυνσης – η Προεδρία έχει να διαχειριστεί το ζήτημα των δυσκολιών που έχουν παρουσιασθεί στην πορεία της Κροατίας. Η ανάληψη νέας πρωτοβουλίας για την άρση της εμπλοκής σε αυτή τη φάση δεν προβάλλει ως ιδιαίτερα πιθανή, παρ’ ότι δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί απολύτως.

Η ολοκλήρωση, πάντως, των διαπραγματεύσεων προσχώρησης με την Κροατία, που, αρχικά, προβλεπόταν για το τέλος του τρέχοντος έτους, θεωρείται, πλέον, εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθεί.

Ως προς τα Δυτικά Βαλκάνια η Σουηδική Προεδρία θέτει την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων, μεταξύ των προτεραιοτήτων της, κάτι που περιλαμβάνεται και στις δικές μας προτεραιότητες. Στο πλαίσιο αυτό, η Σουηδία αναμένεται να υποστηρίξει την ταχύτερη δυνατή ενσωμάτωση των επί μέρους χωρών στην ΕΕ. Ως προς τα ειδικότερα ζητήματα, η επικείμενη Προεδρία θα διαχειρισθεί το αίτημα ένταξης της Αλβανίας και του Μαυροβουνίου στην ΕΕ, την «απόψυξη» της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ΕΕ-Σερβίας, καθώς και την περαιτέρω Ευρωπαϊκή πορεία της Βοσνίας Ερζεγοβίνης. Η Ελλάδα στηρίζει την «απόψυξη» της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και τον απεγκλωβισμό της ΣΣΣ προς κύρωση από τα Κράτη-Μέλη, θεωρεί, δε, ότι θα πρέπει να ανευρεθούν τρόποι ενδυνάμωσης της συνεργασίας της ΕΕ με τη Σερβία, προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο. Είναι γεγονός, βέβαια, ότι η «διευρυνσιακή κόπωση» εντός της ΕΕ, η εκκρεμότητα ως προς την κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας,  αλλά και οι επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, μεταξύ άλλων, δεν ευνοούν την υποβολή αιτημάτων ένταξης, υπό τη σημερινή συγκυρία. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε ότι η κάθε χώρα θα κριθεί ανάλογα με την πρόοδο που έχει η ίδια επιτύχει. 

Ως προς το ζήτημα της προόδου της ΠΓΔΜ προς τους ευρωατλαντικούς θεσμούς, εξέλιξη η οποία έχει άμεσα συνδεθεί με τις υποχρεώσεις της γειτονικής χώρας ως προς τη τήρηση σχέσεων καλής γειτονίας και την αναγκαιότητα αμοιβαία αποδεκτής επίλυσης του ζητήματος της ονομασίας, έχουμε καταστήσει σαφές ότι, δεν μπορεί να υπάρξει συναίνεση στην αναβάθμιση των σχέσεων της ΠΓΔΜ με την Ε.Ε., όσο διατηρείται η αδιάλλακτη στάση των Σκοπίων στο ζήτημα της ονομασίας, αλλά και η προκλητική, παλαιοεθνικιστική λογική που διέπει τη γενικότερη συμπεριφορά των γειτόνων έναντι της χώρας μας και του ελληνικού λαού. Η αφοσίωση στην αρχή των σχέσεων καλής γειτονίας, η οποία έμπρακτα θα καταδειχθεί από την εξεύρεση, μέσω διαπραγματεύσεων, αμοιβαία αποδεκτής λύσης στο ζήτημα της ονομασίας, είναι αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση.

Τέλος, στην καρδιά του ενδιαφέροντος της Σουηδικής Προεδρίας,  τοποθετείται το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, ενόψει της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης, καθώς και η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, στο πλαίσιο του προγράμματος Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Οικονομίας.

Μεταξύ των προτεραιοτήτων της Σουηδικής Προεδρίας εντάσσεται η περαιτέρω ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τη Βαλτική, βάσει ενδεικτικού Σχεδίου Δράσης της Επιτροπής.
Η στρατηγική υπάγεται στην περιφερειακή πολιτική της Ε.Ε., έχει, όμως, και «εξωτερική διάσταση», η οποία εντάσσεται στην πολιτική της Βόρειας Διάστασης.

Προτεραιότητα, τέλος, για την Προεδρία αποτελεί και η Ανατολική Εταιρική Σχέση, νεοπαγή πολιτική της ΕΕ που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας. Υπενθυμίζεται ότι η Σουηδία, μαζί με την Πολωνία, απετέλεσαν τους εμπνευστές της νέας αυτής πολιτικής, η οποία ολοκληρώθηκε επί Τσεχικής Προεδρίας και αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή, κατά το β’ εξάμηνο του 2009.

Συμπερασματικά, η σουηδική Προεδρία θα έχει να διαχειριστεί κρίσιμα και δύσκολα θέματα. Η ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει και θα εντείνει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειές της για αποτελεσματικές λύσεις που θα ενισχύσουν τη χώρα μας και θα προωθήσουν τα συμφέροντά μας στα ιδιαίτερα ζητήματα που μας αφορούν άμεσα. Θα συμβάλλει ταυτόχρονα εποικοδομητικά στην παραπέρα ενίσχυση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης και στην από κοινού αποτελεσματική αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

 

 

 

 

 

 

Κυρίες και Kύριοι,
Αγαπητοί Φίλοι,

Θα ήθελα, ξεκινώντας να ευχαριστήσω θερμά το Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής για την πολύ τιμητική πρόσκλησή του να συμμετάσχω στη σημερινή εκδήλωση, αλλά και για το γεγονός ότι για άλλη μια φορά αποδεικνύει την προσήλωσή του σε ζητήματα oυσίας αλλά και τη σταθερή του αφοσίωση στην αναβάθμιση του δημόσιου διαλόγου στη χώρα μας. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι έκφραση αβρότητας προς τους διοργανωτές. Είναι ουσιαστική διαπίστωση. Τον τελευταίο καιρό – και όχι με ευθύνη της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας- το αυτονόητο ενός παραγωγικού δημόσιου διαλόγου για την ευρωπαϊκή ατζέντα  έχει μετατραπεί σε μεγάλο ζητούμενο.

Η αδήριτη ανάγκη ουσιαστικής συζήτησης για τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την πορεία της χώρας και της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας, πέφτει θύμα των εύκολων εντυπωσιασμών και ενός ανούσιου βερμπαλισμού.

Ο ειλικρινής διάλογος για το μέλλον και τις προοπτικές της ελληνικής συμμετοχής στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θυσιάζεται στο βωμό της παραπολιτικής, στο βωμό των μικροκομματικών επιδιώξεων.

Ενώ σήμερα – περισσότερο από ποτέ – απαιτείται περισσότερη ενεργητικότητα στη δράση και λιγότερες υπερβολές στα λόγια, βλέπουμε να συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο. Με αποκλειστική ευθύνη των κομμάτων της αντιπολίτευσης ο δημόσιος διάλογος υποβαθμίζεται, απαξιώνεται και εγκλωβίζεται σε μια στείρα, σχεδόν αντιδημοκρατική αντιπαράθεση για τα ελάσσονα. Για ζητήματα που δεν αφορούν στην ουσία της πολιτικής διαδικασίας αλλά στοχεύουν στο θυμικό των πολιτών και όχι στο μυαλό τους.

Για μας αυτή είναι μια απαράδεκτη και ζημιογόνα επιλογή.  Προσβάλλει τα δημοκρατικά αντανακλαστικά των πολιτών και δημιουργεί ένα νοσηρό κλίμα σύγχυσης και απογοήτευσης. Δεν είναι όμως αυτό που έχει η Ελλάδα ανάγκη. Δεν είναι αυτό η θετική συνεισφορά που έχει ανάγκη η Ευρώπη.
Σήμερα, είναι η ώρα της μεγάλης φυγής προς τα εμπρός. Και για την Ελλάδα και για την Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο πως στο τελευταίο ευρωβαρόμετρο η απαισιοδοξία των ευρωπαίων πολιτών έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ ίσως για πρώτη φορά η Ελλάδα παρουσιάζει από τα υψηλότερα ποσοστά.
Η απαισιοδοξία είναι το τίμημα της στασιμότητας. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που επιχαίρουν. Είναι πολιτικές δυνάμεις σε ολόκληρη την Ευρώπη που συνεπείς με την ιδεολογική τους φυσιογνωμία αρθρώνουν σταθερά έναν αντιευρωπαϊκό λόγο. Υπάρχουν όμως και εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που ενώ αυτοπροσδιορίζονται ως ευρωπαϊκές δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να χρησιμοποιούν την Ευρώπη σχεδόν εργαλειακά, αναπτύσσοντας μια στείρα καταγγελτική ρητορική, υποσκάπτοντας τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οράματος.

Γι’ αυτό πρέπει να ξαναβάλουμε την Ευρώπη σε κίνηση. Με τόλμη, με όραμα, με πρωτοβουλίες, με δράσεις. Ακόμη κι αν η παγκόσμια οικονομική κρίση ορθώνει αναχώματα και δυσκολίες, το μεγάλο στοίχημα είναι να δοθούν νέες και βελτιωμένες απαντήσεις στις αγωνίες και τα αιτήματα των Ευρωπαίων πολιτών. Το στοίχημα, με άλλα λόγια, είναι να μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία θετικής διάκρισης για την Ευρώπη.

Κυρίες και κύριοι,

Οι Ευρωεκλογές του Ιουνίου θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται από όλους ως μια ιδανική ευκαιρία για να συζητήσουμε με πολιτικούς όρους για το μέλλον της Ευρώπης και για το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη.

375 εκατομμύρια ευρωπαίοι πολίτες από 27 κράτη μέλη έχουν την ευκαιρία με τη συμμετοχή τους να ενισχύσουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση της ενωμένης Ευρώπης,  σε μία εξαιρετικά κρίσιμη καμπή της σύγχρονης ιστορίας της και σε μια συγκυρία που μόνο εύκολη δεν είναι.
Στη σκιά της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το διακύβευμα δεν θα μπορούσε να είναι κρισιμότερο. Στη δύσκολη αυτή συγκυρία οι απαιτήσεις για ισχυρά πολιτικά αντανακλαστικά, για πολιτική και δημοκρατική ευθύνη είναι τεράστιες.

Οι πολιτικές που απαιτούνται είναι πολλαπλές και σε όλα τα επίπεδα.

Οι δράσεις μας πρέπει να είναι συνδυασμένες και στοχευμένες στην προστασία της απασχόλησης, στη στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, στην ενίσχυση της τουριστικής  ανάπτυξης, στη βελτίωση του κοινωνικού κράτους και τη μείωση των επιπτώσεων σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που πλήττονται περισσότερο.   

Όλα αυτά πιστεύει κανείς πως μπορούν να γίνουν με κάποιο μαγικό τρόπο;

Ο ουρανός δεν βρέχει λύσεις. Οι λύσεις προκύπτουν μέσα από συσχετισμούς δυνάμεων. Γι’ αυτό είναι σημαντικό στις ευρωεκλογές του Ιουνίου να αποτυπωθούν συσχετισμοί τέτοιοι που θα βεβαιώνουν τη συλλογική ευρωπαϊκή βούληση να κινηθούμε μπροστά και να κινηθούμε γρήγορα. Να αποτυπωθούν συσχετισμοί που θα πριμοδοτούν την παραγωγική πολιτική δράση και θα έρχονται σε ρήξη με την αναβλητικότητα, την αδράνεια και την αποτελμάτωση.  Τα «ήξεις αφίξεις», η έλλειψη σταθερότητας και οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις δεν οδηγούν και πολύ μακριά. Και εμείς θέλουμε μια Ευρώπη με ανοιχτούς τους ορίζοντες του μέλλοντος. Μια Ευρώπη που θα προχωρά με δυναμισμό και αυτοπεποίθηση. Γιατί από μια τέτοια Ευρώπη, η Ελλάδα κερδίζει, οι Έλληνες κερδίζουν.

Κυρίες και Κύριοι,

Θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας την πρόοδο που έχει επιτευχθεί αυτά τα τριάντα χρόνια. Για να συνειδητοποιήσουμε πόσο έχουμε προχωρήσει και να μην επιτρέπουμε την εύκολη, σκόπιμη και άκριτη απαξίωση του τι έχουμε πετύχει και, τελικά, πόσο μας αφορούν όλες και όλους οι ευρωεκλογές του Ιουνίου.
Το 1979, στις πρώτες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σαφώς το διακύβευμα  ήταν μικρό. Τριάντα χρόνια πριν οι εξουσίες και ο ρόλος του Κοινοβουλίου ήταν περιορισμένος, παρόλη τη σημαντική συμβολική αύρα που έφερε στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, με την  Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1986 και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Το Κοινοβούλιο απέκτησε πραγματική νομοθετική δύναμη για πρώτη φορά με τη διαδικασία της συναπόφασης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε επιτέλους τα μέσα να πάρει κρίσιμες αποφάσεις για την Ευρώπη.

Αποφάσεις που αφορούσαν και αφορούν άμεσα την καθημερινότητα των ευρωπαίων πολιτών. Αποτελέσματα που είχαν διαμορφωθεί και μέσα από τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου. Με τις Συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, η δύναμη του Κοινοβουλίου ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο. Με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, όμως, αυτή η εξέλιξη σχεδόν απογειώθηκε.

Όταν οι διατάξεις της Συνθήκης τεθούν σε εφαρμογή, το Κοινοβούλιο που θα έχει προκύψει από τις εκλογές του Ιουνίου έχει λόγο σχεδόν σε όλες τις πολιτικές.

Η διαδικασία της συναπόφασης θα καλύπτει σχεδόν όλα τα πεδία πολιτικής. Και τη γεωργία, την αλιεία και το διεθνές εμπόριο. Το Κοινοβούλιο θα έχει δικαίωμα αρνησικυρίας για όλες τις διεθνείς συμφωνίες. Επιπλέον, ο μόνος άμεσα εκλεγμένος από τους πολίτες θεσμός της Ένωσης αναβαθμίζεται σε γνήσια ισότιμο εταίρο του Συμβουλίου σε όλες της πτυχές του κοινοτικού προϋπολογισμού.

Από τα παραπάνω προκύπτει όμως και ένα εξίσου σημαντικό πολιτικό αποτέλεσμα που αφορά στην – επιτρέψτε μου να πω – εσωτερική ισορροπία ισχύος στην Ένωση. Πλέον η Επιτροπή, αλλά και το Συμβούλιο, είναι υποχρεωμένα να είναι πολύ πιο προσεκτικά στη διαμόρφωση πολιτικών, γνωρίζοντας ότι υπάρχει ένας τόσο σημαντικός παράγοντας με αυξημένη τη δημοκρατική του νομιμοποίηση.

Όταν τα ζητήματα είναι αμφιλεγόμενα, βλέπουμε ότι οι αναγκαίοι συμβιβασμοί επιτυγχάνονται στο Κοινοβούλιο και όχι απαραίτητα μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Το παράδειγμα της Οδηγίας για τις υπηρεσίες -όπου η Επιτροπή τελικά υιοθέτησε τη σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου- είναι ενδεικτικό και δεν είναι το μόνο. Το πολιτικό βάρος του Κοινοβουλίου είναι πια πολύ ενισχυμένο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτική ατζέντα της Επιτροπής μετά το 2004 ήταν εν πολλοίς μια αντανάκλαση των πλειοψηφουσών προτεραιοτήτων στο Κοινοβούλιο.

Φίλες και Φίλοι,

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, περισσότερο από ποτέ είναι πια σε θέση να ασκήσει σημαντική επιρροή στην προώθηση θεμάτων που απασχολούν τους πολίτες, να διαμορφώσει τη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να ενισχύσει αποφασιστικά τη δημοκρατία και τη διαφάνεια στην Ένωση. Και αυτά είναι ζητήματα κεντρικά στην καρδιά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και συγκροτούν τον πυρήνα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε ως Ελλάδα αλλά και ως Ευρώπη συνολικά.

Το ερώτημα – περισσότερο επίκαιρο από ποτέ – εξακολουθεί να παραμένει: Ποιά και τι είδους Ευρώπη θέλουμε; Για εμάς στη Νέα Δημοκρατία η επιλογή είναι ξεκάθαρη και η απάντηση έχει δοθεί εδώ και δεκαετίες. Και είναι μια επιλογή και μια απάντηση που έχει δικαιωθεί απόλυτα. Θέλουμε περισσότερη Ευρώπη. Θέλουμε μια πιο πολιτική Ευρώπη. Μια Ευρώπη που χτίζει το μέλλον της σε σταθερές αρχές και αξίες: Δημοκρατία, Ασφάλεια, Συνοχή, Βιώσιμη Ανάπτυξη.  

Η ιστορική επιτυχία της ενοποίησης μάς οπλίζει με αποφασιστικότητα αλλά και δημιουργική αγωνία για το μέλλον. Και είναι αυτά τα στοιχεία που μας έφεραν στην πρώτη γραμμή σε όλες τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Ευρώπης με πιο πρόσφατη αυτή για την Συνθήκη της Λισσαβόνας.

Με συγκροτημένο σχεδιασμό και οραματική προσέγγιση υποστηρίξαμε τα εθνικά μας συμφέροντα και συνδιαμορφώσαμε την πρόοδο προς μια Ευρώπη πιο δημοκρατική, πιο αποτελεσματική, λιγότερο γραφειοκρατική και απρόσωπη.

Δεν έχουμε αυταπάτες. Τα προβλήματα είναι πολλά, οι αδυναμίες περισσότερες και οι προκλήσεις τεράστιες. Και βέβαια δεν υπάρχει μεγαλύτερη πρόκληση από το να ξανακερδίσουμε ως ενωμένη Ευρώπη την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η ιστορική επιτυχία της ολοκλήρωσης είχε ένα σημαντικό τίμημα. Εμβαθύνοντας και διευρύνοντας τη συνεργασία μας πετύχαμε κάτι ιστορικά μοναδικό αλλά την ίδια στιγμή η παραγωγή πολιτικής έγινε περισσότερο τεχνική και γραφειοκρατική, σε κάποιες περιπτώσεις και απρόσωπη.

Οι πολίτες απέστρεψαν το βλέμμα τους, περισσότερο από όλους οι νέοι για τους οποίους η κληρονομιά των πρωτοπόρων της ενοποίησης ανήκει στα βιβλία της ιστορίας και δεν αγγίζει την καθημερινότητά τους. Νιώθουν ότι δεν αφορά στις αγωνίες τους, τις προσδοκίες τους, τις επιθυμίες τους.

Όμως, ίσως για αυτούς ακριβώς τους λόγους η πολιτική απαίτηση ενός κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος με την Ελλάδα στο σκληρό πυρήνα είναι στρατηγική αναγκαιότητα. Και αυτό είναι που πρέπει να αναδεικνύεται κάθε μέρα, με κάθε ευκαιρία.

Η Ελλάδα αναπτύχθηκε και προόδευσε – ίσως όχι όσο θα έπρεπε και θα μπορούσε – γιατί ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής συνέδεσε το μέλλον της με την ενωμένη Ευρώπη. Άνοιξε τον ευρωπαϊκό δρόμο για την Ελλάδα, κόντρα στο πολιτικό περιβάλλον εκείνης της εποχής. Επέβαλε μια επιλογή –μία επιλογή καθοριστική για το μέλλον του ελληνικού λαού- η οποία διαμόρφωσε ένα στρατηγικό πλαίσιο προόδου, ασφάλειας, δημοκρατίας, ανάπτυξης για τη χώρα μας.

Τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής είναι ορατά σε όλα τα επίπεδα. Πρώτα απ’ όλα η Ελλάδα αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες που της προσφέρει η συμμετοχή της στην ΕΕ. Για μας η ενωμένη Ευρώπη είναι όχημα που θωρακίζει το μέλλον της χώρας και λειτουργεί σταθερά ως «πολλαπλασιαστής ισχύος» της παρουσίας μας στον κόσμο.

Έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί οι εποχές που η Ελλάδα παρουσιαζόταν διεθνώς ως μια μικρή ανασφαλής χώρα. Σήμερα η  Ελλάδα είναι παρούσα παντού και είναι παρούσα με ψηλά το κεφάλι.  Αυτή η πολιτική της ουσιαστικής και πολυεπίπεδης διεθνούς παρουσίας φέρνει καρπούς. Δημιουργούμε ισχυρό αποθεματικό κεφάλαιο αξιοπιστίας και σοβαρότητας που μας επιτρέπει  να πείθουμε για τα δίκαιά μας και για την αξία των επιχειρημάτων μας.  

Έτσι, ο υπεύθυνος και θετικός  ρόλος της χώρας μας, αναγνωρίζεται από όλους. Πρώτα απ’ όλα μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς συνεισφέρουμε στη συλλογική αντιμετώπιση των συνεπειών από την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Αναγνωρίζεται στη διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή της πορεία. Έχοντας με ειλικρίνεια δηλώσει πως η πλήρης προσαρμογή της σημαίνει και πλήρη ένταξή της στην ευρωπαϊκή οικογένεια, βαθμολογούμε μαζί με τους εταίρους μας τη συμπεριφορά της όσον αφορά στις σχέσεις καλής γειτονίας, στις μειονότητες, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και σε πάρα πολλά ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος.

Αναγνωρίζεται επίσης στο θέμα των Σκοπίων. Το μήνυμα προς τους γείτονές μας έγινε έτσι πολύ σαφές και πολύ καθαρό: συμπεριφορές που παραχαράσσουν την ιστορία και τροφοδοτούν εντάσεις δεν έχουν θέση στη νέα  ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Για να έχουν μέλλον μέσα στο αξιακό πλαίσιο του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού πρέπει να υπάρξει αμοιβαία αποδεκτή λύση στο ζήτημα του ονόματος.

Όμως η προστιθέμενη αξία από τη συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν περιορίζεται στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και της διεθνούς παρουσίας της χώρας. Είναι εξίσου απτή και συγκεκριμένη στην καθημερινότητα όλων  μας,  ακόμα και αν πολλές φορές δεν το συνειδητοποιούμε.

Με τα συγχρηματοδοτούμενα αναπτυξιακά προγράμματα η Ελλάδα απέκτησε σύγχρονες βασικές υποδομές, είχε την ευκαιρία να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της να στηρίξει την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση. Τα έργα και οι δράσεις που υλοποιούνται από το 2004 και συνεχίζονται με το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς  αποτελούν τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή ένεση που έγινε ποτέ στη χώρα. Ταυτόχρονα, εφαρμόζονται ολοκληρωμένες πολιτικές με θετική συνεισφορά στην αποτελεσματική διαχείριση ιδιαίτερα κρίσιμων ζητημάτων όπως:
•    Οι κλιματικές αλλαγές και η προστασία του περιβάλλοντος.
•    Η άρση των περιφερειακών ανισοτήτων και η ανάπτυξη των δυσπρόσιτων και ακριτικών περιοχών της πατρίδας μας.  
•    Η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.
•    Το κλείσιμο της ψηφιακού χάσματος και η αξιοποίηση της ευρυζωνικότητας ως κοινωνικού αγαθού, στο οποίο δικαιούνται πρόσβαση όλοι οι Έλληνες πολίτες, από τον Έβρο ως το Καστελόριζο.  

Τα όσα ανέφερα είναι ενδεικτικά, καθώς καθημερινά στους κόλπους της Ένωσης λαμβάνονται αποφάσεις και σχεδιάζονται ολοκληρωμένες, ενιαίες πολιτικές που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα κάθε Ευρωπαίου, κάθε Έλληνα πολίτη. Αποφάσεις και πολιτικές που αφορούν στο σύνολο των κοινωνικών ομάδων.

Συνεπώς το να είμαστε στην καρδιά της Ευρώπης μεταφράζεται σε ασφάλεια και ευημερία. Μεταφράζεται σε μια τεράστια ευκαιρία για να ανατάξουμε τις στρεβλώσεις του παρελθόντος και να επιτύχουμε την πραγματική σύγκλιση, αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις σκόπιμες αυταπάτες προηγούμενων δεκαετιών.

Ταυτόχρονα μεταφράζεται και σε υποχρέωση. Στην ανάγκη να έχουμε λόγο και ρόλο στη μετέπειτα πορεία της Ευρώπης. Στην ανάγκη να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε το σημαντικό αυτό εγχείρημα που λέγεται ενωμένη Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν είναι μόνον τα θεσμικά όργανα των Βρυξελλών. Είναι η Ελλάδα απ’ άκρου εις άκρον. Μέσα από μία δυνατή Ευρώπη η Ελλάδα κερδίζει. Γι’ αυτό και οι ευρωεκλογές μας αφορούν όλους.
Δίνοντας το «παρών» στην κάλπη των ευρωεκλογών, παίρνουμε σαφή θέση για την πορεία και την πρόοδο της δικής μας χώρας. Ψηφίζοντας για την Ευρώπη, ψηφίζουμε για την Ελλάδα και ψηφίζουμε υπεύθυνα.

Στις 7 Ιουνίου λοιπόν η συμμετοχή έχει αξία και σημασία. Οι ευρωεκλογές δεν είναι εκλογές δεύτερης κατηγορίας. Ίσα – ίσα. Έχουν κρίσιμο πολιτικό περιεχόμενο και σημασία. Η Νέα Δημοκρατία ως το μόνο αυθεντικό ευρωπαϊκό κόμμα στη χώρα μας, με αρχηγό τον Έλληνα Πρωθυπουργό, Κώστα Καραμανλή, διεκδικεί την εμπιστοσύνη των πολιτών ώστε με υψηλό αίσθημα ευθύνης και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον να συνεχίσει να ανήκει στους πρωταγωνιστές.

Όπως άλλωστε κάναμε μέχρι σήμερα με τη μεγάλη και θετική συνεισφορά της ομάδας των ευρωβουλευτών μας. Και επιτρέψτε μου με τη σημερινή ευκαιρία να τους συγχαρώ στο πρόσωπο του επικεφαλής τους, κ. Ιωάννη Βαρβιτσιώτη. Στον ίδιο δρόμο η Ν.Δ. θα συνεχίσει να πορεύεται με αποφασιστικότητα. Μαζί με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, την ισχυρότερη ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια, διεκδικούμε την ισχυρή εντολή για τη δημιουργία της Ευρώπης που οραματιζόμαστε και μας αξίζει. Της Ευρώπης των πολιτών. Της Ευρώπης της Ασφάλειας. Της Ευρώπης της Ευημερίας. Της Ευρώπης της Δημοκρατίας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση συμμετέχω στη σημερινή διεθνή συνάντηση  για το Ευρωμεσογειακό Πανεπιστήμιο που τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας. Έχουν συμπληρωθεί σχεδόν 14 χρόνια  από την ιστορική Σύνοδο Κορυφής της Βαρκελώνης του 1995, οπότε και υιοθετήθηκε η ομώνυμη Διακήρυξη της Βαρκελώνης, σηματοδοτώντας την έναρξη διαλόγου και προώθησης  πολιτικών συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών της Μεσογείου, δηλαδή των κρατών μελών της ΕΕ και του συνόλου σχεδόν των χωρών της νότιας ακτής της Μεσογείου. Τότε για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν γύρω από το ίδιο τραπέζι χώρες με ιδιαίτερες ιστορικές και πολιτισμικές καταβολές, με έντονα ακόμη τα σημάδια από τις μεταξύ τους πολιτικές και άλλες συγκρούσεις, προκειμένου να συμμετέχουν σε μια περιφερειακή διαδικασία με σκοπό τη συγκρότηση ενός μεσογειακού χώρου που θα εδράζεται σε τέσσερις πυλώνες  -ειρήνη, ασφάλεια, ευημερία, σταθερότητα.

Από τότε η ΕΕ και οι πολιτικές της για τη Μεσόγειο έχουν εξελιχθεί και επεκταθεί. Μελετώντας τα διδάγματα από την 12ετή λειτουργία της Διαδικασίας της Βαρκελώνης,  η Γαλλία – και προσωπικά ο Πρόεδρος Σαρκοζύ, πρότειναν την μετεξέλιξη του συστήματος με έμφαση στην υλοποίηση συγκεκριμένων σχεδίων συνεργασίας μεταξύ των κρατών της Μεσογείου. Στην Διάσκεψη των Παρισίων, τον Ιούλιο του περασμένου έτους, αποφασίστηκε έτσι η θεσμική και πρακτική ενίσχυση  της Ευρωμεσογειακής Συνεργασίας, προκειμένου να καταστεί περισσότερο αποτελεσματική και ευέλικτη. Η Ένωση για τη Μεσόγειο έρχεται να αποτελέσει έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα του έντονου ενδιαφέροντος που σταθερά επιδεικνύουν η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της. Η Ελλάδα υποστήριξε ενεργά και από την αρχή την γαλλική πρωτοβουλία, πιστεύοντας ότι θα συμβάλλει στο να γεφυρώσει την απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές  – βόρεια και νότια – της Μεσογείου.

Ως χώρα Μεσογειακή, η χώρα μας αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα των θεμάτων της περιοχής αυτής, και εργάζεται με σχέδιο και πρόγραμμα  για να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις των καιρών. Πέρα από την πολιτική συνεργασία, δίνουμε έμφαση στα προβλήματα των μεταφορών, ιδιαίτερα των θαλάσσιων «Λεωφόροι της Θάλασσας» στη βιώσιμη ανάπτυξη, το περιβάλλον  και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Προς αυτή την κατεύθυνση, χρειάζονται επίσης πολιτικές για την ουσιαστική διαμόρφωση και προώθηση μιας κοινής μεσογειακής ταυτότητας. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στους νέους, που κρατούν στα χέρια τους το μέλλον της Ευρώπης  και το μέλλον της Μεσογείου.

Γι αυτό στο Υπουργείο Εξωτερικών, θέσαμε εξαρχής ως έναν από τους κύριους στόχους μας τη συνεργασία για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της έρευνας. Υποστηρίξαμε την ίδρυση του Ευρωμεσογειακού Πανεπιστημίου που θα λειτουργεί ως δίκτυο συνεργαζόμενων Πανεπιστημίων για σπουδές και ερευνητικά προγράμματα  με έδρα το Πιράν της Σλοβενίας. Επιδιώξαμε, επίσης, την επέκταση του Ευρωμεσογειακού Πανεπιστημίου προς την Ανατολική Μεσόγειο. Χαιρόμαστε λοιπόν ιδιαίτερα που τον περασμένο Οκτώβριο υπεγράφη η συμφωνία για τη δημιουργία του Πόλου Ανατολικής Μεσογείου του Ευρωμεσογειακού Πανεπιστημίου με έδρα τη Ρόδο και βάση το Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ο «Πόλος Ανατολικής Μεσογείου  του Ευρωμεσογειακού Πανεπιστημίου» απαρτίζεται από ένα δίκτυο που ξεπερνά τα 40 πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα από όλες σχεδόν τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και πολλές ευρωπαϊκές.

Αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο της Ελλάδας στη Μεσόγειο και στον διεθνή πανεπιστημιακό χάρτη, και θα ήθελα γι΄ αυτό να ευχαριστήσω θερμά  όλους όσοι συνέβαλαν στη μεγάλη αυτή επιτυχία. Θα συνεχίσουμε τις εργώδεις προσπάθειες, με τη συνεργασία του Υπουργείου Παιδείας, του Ευρωμεσογειακού Πανεπιστημίου και των εταίρων μας, προσβλέποντας στη συντομότερη δυνατή ολοκλήρωση  των διαδικασιών για την έναρξη λειτουργίας των Προγραμμάτων του Πόλου Ανατολικής Μεσογείου στη Ρόδο. Όπως αναδείξαμε μέσω της δημιουργίας του Διεθνούς Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη τις δυνατότητες της χώρας μας στα Βαλκάνια, έτσι μπορούμε να αναδείξουμε με τον Πόλο αυτόν τις δυνατότητές μας για πανεπιστημιακές σπουδές υψηλού επιπέδου για φοιτητές από όλη τη Μεσόγειο στη Ρόδο. Πιστεύουμε ακράδαντα στις προοπτικές αυτής της προσπάθειας και στη  συμβολή της στην αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή. Δημιουργούμε μια σταθερή βάση πάνω στην οποία μπορούμε να χτίσουμε  πολλά περισσότερα στο μέλλον.  

Κυρίες και κύριοι,

Η Μεσόγειος πάνω από όλα είναι –και ως τέτοια την αντιμετωπίζουμε ως Ελλάδα- ένας χώρος ουσιαστικής συνάντησης ταυτοτήτων, πολιτισμών και πολιτικών προτεραιοτήτων. Ένας χώρος κοινής προσπάθειας για να διαμορφώσουμε μια νέα γεωγραφία στη Μεσόγειο. Μια γεωγραφία ειρήνης, ασφάλειας, σταθερότητας και συνεργασίας. Εργαζόμαστε ώστε να καταστήσουμε με σταθερά βήματα τη Μεσόγειο, τη γειτονιά μας δηλαδή, μια θάλασσα που ενώνει με γέφυρες διαλόγου, γνώσης και αλληλοκατανόησης. Είμαι πεπεισμένος πως το Ευρωμεσογειακό Πανεπιστήμιο θα συμβάλλει καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση, συνδέοντας κοινές ανησυχίες και οράματα και ανοίγοντας νέες προοπτικές για την Ευρωμεσογειακή Συνεργασία.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας

Αξιότιμα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ναυτιλιακής Λέσχης
Αξιότιμοι προσκεκλημένοι
Αγαπητοί φίλοι
Κυρίες και Κύριοι,

Με μακρά και ισχυρή παράδοση, η Ελλάδα ελέγχει σήμερα τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο και διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στη διεθνή ναυτιλία. Η καταξίωσή σας σε διεθνές επίπεδο παρουσιάζει ιδιαίτερη πολιτική και διπλωματική σημασία, αποτελώντας δύναμη ισχύoς για την Ελλάδα και ταυτόχρονα τιμή και προσφορά στην Πατρίδα. Είμαστε εξαιρετικά υπερήφανοι για το «Ελληνικό ναυτιλιακό θαύμα» και δράττομαι της ευκαιρίας να συγχαρώ το ανθρώπινο δυναμικό της που διαχρονικά διακρίνεται από εξαιρετικά υψηλή κατάρτιση, καινοτόμες ιδέες, δυναμισμό και διάχυτο πνεύμα πρωτοβουλίας. Eίμαι πεπεισμένος πως τα λαμπρά παραδείγματα του εφοπλιστικού και ναυτικού κόσμου –στην Ελλάδα και το εξωτερικό- θα συνεχίσουν να δείχνουν ξεκάθαρα το δρόμο της επιτυχίας.

Με ιδιαίτερη χαρά λοιπόν αποδέχθηκα την τιμητική πρόσκληση εκ μέρους του ΔΣ της Ναυτιλιακής Λέσχης Πειραιώς, για να συζητήσουμε τις τρέχουσες εξελίξεις, τάσεις και προοπτικές που διαμορφώνονται στο διεθνές περιβάλλον. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μεγάλες προκλήσεις, η επιλογή του θέματος δείχνει ότι και στη χώρα μας υπάρχουν σημαντικοί ευτυχώς θύλακες που δεν χαρακτηρίζονται από εσωστρέφεια και μίζερο επαρχιωτισμό αλλά επιβεβαιώνουν ότι οι Έλληνες είναι πολίτες του κόσμου με το βλέμμα τους σε ανοιχτούς ορίζοντες προκλήσεων και ευκαιριών.  

Κυρίες και Κύριοι,

Αναμφισβήτητα η σημερινή παγκόσμια συγκυρία είναι συγκυρία προκλήσεων, κινδύνων, αβεβαιοτήτων αλλά και ευκαιριών. Το διεθνές τοπίο στις αρχές του 21ου αιώνα είναι πολύ πιο σύνθετο και δυναμικό από αυτό που είχαμε συνηθίσει για δεκαετίες. Βρισκόμαστε σ’ ένα περιβάλλον όπου οι βεβαιότητες και οι «αλήθειες» του παρελθόντος έχουν έντονα αμφισβητηθεί, ενώ την ίδια στιγμή οι συσχετισμοί ισχύος έχουν αλλάξει. Η ίδια η έννοια της ασφάλειας απαιτεί πλέον  την εξέταση ενός πολυσύνθετου συνόλου αλληλεπιδράσεων με οικονομικές, κοινωνικο-πολιτιστικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή δημόσιας πολιτικής. Οι δυσκολίες πρόβλεψης αλλά και πρόληψης έχουν πολλαπλασιαστεί καθώς οι αιτίες που επηρεάζουν τις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις είναι πολυπαραγοντικές και απαιτούν νέες δεξιότητες ανάλυσης και σχεδιασμού. Η διεθνής οικονομική κρίση, απίστευτη σε μέγεθος και επιπτώσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη είναι μια δραματική απόδειξη αυτού του γεγονότος. Δεν θα επιμείνω σε αυτό γιατί το ακροατήριο ξέρει ίσως καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο το τι ακριβώς έχει συμβεί. Θέλω όμως να παρατηρήσω ότι το σημαντικό είναι πως η διεθνής κοινότητα επέδειξε τελικά τα αντανακλαστικά που έπρεπε. Ακόμη και όσοι θεωρούν ότι μπορούν και πρέπει να γίνουν περισσότερα δεν πρέπει να υποτιμούν το γεγονός ότι το διεθνές μέτωπο συνεργασίας στις οικονομικές πολιτικές, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην πρόσφατη Σύνοδο των G20, δείχνει πως μπορεί να κερδίσει τη μάχη έναντι των Σειρήνων του οικονομικού προστατευτισμού, στέλνοντας μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση ότι τα μαθήματα του παρελθόντος έχουν καταστεί επαρκώς κατανοητά από τις παγκόσμιες ηγεσίες.  Όσον αφορά στο εσωτερικό μέτωπο, η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι διαθέτει την ικανότητα να ξεπεράσει τις δυσκολίες της παγκόσμιας κρίσης με λιγότερες απώλειες συγκριτικά με χώρες παραδοσιακά ισχυρότερες, και, γιατί όχι, ακόμη και να αδράξει την ευκαιρία για απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις και τομές που θα εγγυώνται βιώσιμη ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή, ικανό μέρισμα ευημερίας και υψηλή ποιότητα ζωής.

Κυρίες και Κύριοι,

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η ρευστότητα της οικονομικής κρίσης εισάγει και στοιχεία γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Η είσοδος και η μεγάλη οικονομική δύναμη αναδυόμενων παικτών στο παγκόσμιο γίγνεσθαι έχει θέσει σε κίνηση τάσεις και απαιτήσεις νέων ισορροπιών, συχετισμών και διευθετήσεων.  Για να αποφύγουμε ακόμη μεγαλύτερες αβεβαιότητες και συνθήκες αστάθειας, απαιτείται δυναμική και σταθερή ηγεσία. Με τις ΗΠΑ και τον Πρόεδρο Ομπάμα να προσπαθούν να επουλώσουν σημαντικά τραύματα αξιοπιστίας των περασμένων ετών, η Ευρώπη  καλείται εκ των πραγμάτων να διαδραματίσει έναν ιδιαίτερο και παραγωγικό παγκόσμιο ρόλο. Δεν έχουμε πια την πολυτέλεια της εσωστρέφειας και της στασιμότητας. Η μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη στα χρόνια που έρχονται θα είναι να καθορίσει και να υπερασπιστεί ενεργά τα συλλογικά της συμφέροντα σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Οφείλουμε ως Ευρώπη να αξιοποιήσουμε επιτέλους τις δυνατότητες που έχουμε για να παρέμβουμε στρατηγικά στον κόσμο. Διότι, μια Ευρώπη χωρίς ικανότητα να ορίζει τα ζωτικά της συμφέροντα και χωρίς στρατηγικά αντανακλαστικά, διατρέχει τον κίνδυνο περιθωριοποίησης – ίσως μη αναστρέψιμης. Κάτι τέτοιο είναι το τελευταίο που χρειαζόμαστε σήμερα. Ως εκ τούτου αυτό που χρειάζεται είναι πολιτική βούληση και γενναίες πολιτικές αποφάσεις. Απαιτούνται προωθημένες προτάσεις, και στοχευμένες πολιτικές που θα προσδώσουν  νέα αυτοπεποίθηση σε δυνάμεις που υπάρχουν και θέλουν να βλέπουν μπροστά. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας η Ενωμένη Ευρώπη οφείλει να αναζητήσει το ρόλο της στην πιο αποφασιστική και δυναμική διεύρυνση και εμβάθυνση σχέσεων με τη Ρωσία, την Κίνα και την Ινδία , με άλλες αναδυόμενες δυνάμεις και βεβαίως με τις ΗΠΑ, συνάπτοντας κατά αυτό τον τρόπο καίριες συνέργειες για μια σοφότερη και περισσότερο «ανοικτή» παγκόσμια διακυβέρνηση.

Λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες δυναμικές, η υπέρβαση της παραδοσιακής λογικής της «ισορροπίας δυνάμεων» είναι απαραίτητη.    Όμως η επιτυχία κάθε νέας προσέγγισης στο διεθνές γίγνεσθαι θα κριθεί από τον αντίκτυπό της στο οικονομικό κέντρο του κόσμου που εδώ και μια δεκαετία δείχνει να μετακινείται προς την ασιατική ήπειρο. Η παρούσα τάση φαίνεται πως θα συνεχιστεί και στο ορατό μέλλον, με επιστέγασμα την ανάδειξη της Κίνας και της Ινδίας σε οικονομικές υπερδυνάμεις.  Σημειώνω ότι, ενώ η Κίνα θα συνεχίσει να πρωτοστατεί για την επόμενη δεκαετία, εκτιμάται ότι παρόλα αυτά στη συνέχεια, δημογραφικοί παράγοντες  φαίνεται να ευνοούν την Ινδία που με βάση τις προβλέψεις των Ηνωμένων Εθνών, θα ξεπεράσει τον πληθυσμό της Κίνας το 2025, διαθέτοντας παράλληλα μια ευνοϊκότερη ηλικιακή διάρθρωση.  Παρόλα αυτά, παρά τον δυναμισμό και την εξωστρέφεια που διακρίνουν τις αναδυόμενες ασιατικές δυνάμεις, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να επισημάνουμε  τους σοβαρούς κινδύνους που εξακολουθούν να  ελλοχεύουν στην Ασία. Τόσο οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, όσο και ο οικονομικός ανταγωνισμός και η ανάγκη πρόσβασης σε περιορισμένους φυσικούς πόρους, μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα ασφάλειας,  επισκιάζοντας τα κίνητρα για περιφερειακή συνεργασία.

Κυρίες και Κύριοι,

Η σημερινή κρίση και η ανάδειξη της ανάγκης για διεθνή συνεργασία αποτελούν μία ευκαιρία για τον δυτικό κόσμο. Οι μεγάλες προκλήσεις και τα προβλήματα σε παγκόσμια και περιφερειακή κλίμακα απαιτούν άμεσες και συγκροτημένες απαντήσεις. Το άνοιγμα μιας περισσότερο ενωμένης και αποφασιστικής δυτικής κοινότητας σε μη δυτικές χώρες -με την ΕΕ να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια- θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα για την άσκηση μιας νέας γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής.  Σε αυτή την πορεία, θα αναδεικνύεται ο μελλοντικός ρόλος των αναπτυσσόμενων χωρών, και θα προβάλλεται η απαίτηση να συμμετέχουν ισότιμα και υπεύθυνα στις παγκόσμιες διεργασίες. Παράλληλα η Δύση θα μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο σε μια παγκόσμια συνεργασία για την ανάπτυξη παγκόσμιων υποδομών, θεσμών διεθνούς ασφαλείας και ενεργειακής επάρκειας και ασφάλειας στο πλαίσιο πάντα μιας  βιώσιμης παγκόσμιας ανάπτυξης.  Επιλέγω ένα παράδειγμα που ενδιαφέρει και απασχολεί άμεσα τη διεθνή ναυτιλία. Αναφέρομαι στα φαινόμενα πειρατείας στις ακτές της Σομαλίας, όπου η διεθνής κοινότητα, με δείγματα σαφούς και ισχυρής πολιτικής βούλησης εργάζεται για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου.

Tα Ηνωμένα Έθνη (με βάση τα σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας τον περασμένο Δεκέμβριο), η Ατλαντική Συμμαχία, ο Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας και ο Αραβικός Σύνδεσμος και βεβαίως η ΕΕ, με την ευρωπαϊκή επιχείρηση “Atalanta” -το σημαντικότερο «όπλο» στην καταπολέμηση της πειρατείας- συντονίζονται και συνεργάζονται από κοινού για τη δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για τη διεθνή ναυτιλία. Η χώρα μας συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στην ΕΕ και συμμετέχει ενεργά στους διεθνείς ναυτιλιακούς οργανισμούς, στην προσπάθεια για διαμόρφωση και υιοθέτηση κανόνων με την ευρύτερη δυνατή αποδοχή σε παγκόσμιο επίπεδο. Κανόνων που υπηρετούν τη σταθερότητα του διεθνούς θαλάσσιου συστήματος, την ασφάλεια της ναυτικής κοινότητας, τη διεύρυνση των συνεργασιών, τον ελεύθερο και υγιή ανταγωνισμό. Επιπλέον, η Ελλάδα, χώρα νησιωτική με μακρά ναυτική παράδοση, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη  θάλασσα,  βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στην πρώτη γραμμή χάραξης και εφαρμογής της Νέας Πολιτικής της ΕΕ για τη Θάλασσα. Μία πολιτική που συνιστά μια πρώτη απόπειρα ολοκληρωμένης πολιτικής για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως οι θαλάσσιες μεταφορές, η ανταγωνιστικότητα των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, η απασχόληση, η επιστημονική έρευνα, η αλιεία, η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Η νέα πολιτική  λαμβάνει υπ’ όψιν τα σημερινά δεδομένα, και συνδέεται οργανικά με την ευρωπαϊκή πολιτική για την Αειφόρο Ανάπτυξη και με την προσπάθεια ενίσχυσης της θαλάσσιας οικονομίας και της απασχόλησης στα πλαίσια της Στρατηγικής της Λισσαβώνας. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε τα νησιά μας, ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα και οι παράκτιες περιοχές να έχουν ένα σαφές μέρισμα ευρωπαϊκής ευημερίας και οι νησιώτες μας να μπορούν πλέον να αισθάνονται άμεσα  τα απτά και συγκεκριμένα οφέλη του Ευρωπαίου Πολίτη.

Φίλες και Φίλοι,

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι δυνάμεις της αλλαγής είναι πολύ πιο ισχυρές από τις δυναμικές της συνέχειας και όπου οι διεθνείς σχέσεις έχουν καταστεί περισσότερο σύνθετες από ποτέ, στόχος της Ελλάδας είναι να είναι ενεργά παρούσα στις διεθνείς, και ευρωπαϊκές εξελίξεις  και στο μέτρο των δυνατοτήτων της να προωθεί  την ειρήνη και την ασφάλεια, τη σταθερότητα, τη συνεργασία και την ανάπτυξη. Προς αυτή την κατεύθυνση η Ελλάδα αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες που της προσφέρει η συμμετοχή της στην ΕΕ,  ως «πολλαπλασιαστή ισχύος» της χώρας μας. Η συμμετοχή αυτή έχει προσδώσει στη χώρα αυτοπεποίθηση, πολιτική και διπλωματική ισχύ, ενίσχυση παραδοσιακών πλεονεκτημάτων μας και διεύρυνση του εύρους του στρατηγικού μας χώρου. Σταθερά έχουμε ακολουθήσει μια πολιτική που προωθεί τα εθνικά μας συμφέροντα, διευρύνοντας τις συμμαχίες μας και απογοητεύοντας αναχρονιστικές βλέψεις άλλων. Χωρίς να υποκύπτουμε σε πειρασμούς εύκολων λαϊκιστικών επιλογών, διαμορφώνουμε με χαμηλούς τόνους, αλλά αποφασιστικότατα μια εξωτερική πολιτική «πολλαπλής δικτύωσης» που μας επιτρέπει να έχουμε πολλαπλές επιλογές για τα εθνικά μας συμφέροντα. Το μέλλον μας οικοδομείται στα θεμέλια μιας μακρόπνοης και ολοκληρωμένης στρατηγικής με σαφές όραμα, σχεδιασμό, συνέπεια και συνέχεια, υπολογισμένες  και μεθοδικές κινήσεις.

Σας ευχαριστώ.


ΠΡΩΤΟΛΟΓΙΑ

Κύριε συνάδελφε,

Το ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης είναι ιδιαίτερα κρίσιμο και ειδικά μάλιστα τα τελευταία χρόνια που παρατηρείται μια συνεχής αύξηση των λαθρομεταναστευτικών ροών προς την ΕΕ και η Ελλάδα, βέβαια που όπως γνωρίζετε, το μεγαλύτερο μέρος των συνόρων της είναι ταυτόχρονα και εξωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα, δέχεται μεγάλο μέρος των παράνομων αυτών μεταναστευτικών πιέσεων.

Το Υπουργείο Εξωτερικών, προωθεί μεθοδικά και συστηματικά τις θέσεις μας σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο και οι προσπάθειες αυτές αφορούν, τόσο στην εναρμόνιση των γειτονικών μας χωρών, συγκεκριμένα μάλιστα της Τουρκίας με τις επιταγές της ΕΕ και το κοινοτικό κεκτημένο, όσο και βεβαίως συνεπικουρώντας όπου αυτό είναι χρήσιμο, τα συναρμόδια Υπουργεία στην ενίσχυση των δικών μας δυνατοτήτων.

Ως προς την Τουρκία, η καλύτερη εκ μέρους της αστυνόμευση των εκτεταμένων όπως γνωρίζετε συνόρων της και μάλιστα, στην Ασία, καθώς και η πάταξη των κυκλωμάτων διαφθοράς των διακινητών θα συντελούσαν σημαντικά στην αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης και προς τη χώρα μας. Όχι δηλαδή μόνο προς την γείτονα, αλλά και προς την δική μας χώρα και βεβαίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πιέζουμε λοιπόν σταθερά την Τουρκία να συνεργαστεί καλύτερα για την αντιμετώπιση του ζητήματος, τόσο διμερώς, όσο και εν όψει της ευρωπαϊκής της προοπτικής. Την ίδια ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης προβάλλουμε και στα αρμόδια όργανα της ΕΕ. Στο πλαίσιο των υποχρεώσεων της Τουρκίας για τη σταδιακή εναρμόνιση της με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το Εθνικό Πρόγραμμα της Τουρκίας για το 2008 στο πλαίσιο του μέσου προενταξιακής βοήθειας , το ΙΡΑ όπως λέμε της ΕΕ, που έχει εγκριθεί από το Σεπτέμβριο του 2008, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και ένα πρόγραμμα υπό τον τίτλο «Training of Boarding Police» -εκπαίδευση συνοριακής αστυνομίας- Το εν λόγω πρόγραμμα είναι ύψους 1,1 εκατ. ευρώ και αφορά βοήθεια για την εναρμόνιση της αστυνόμευσης και διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων της Τουρκίας με το αντίστοιχο κοινοτικό κεκτημένο και τις κοινοτικές πρακτικές.

Είναι γνωστό ότι η Τουρκία είναι χώρα διέλευσης παράνομων μεταναστών που με προέλευση τα ασιατικά της σύνορα, κυρίως προσπαθούν διασχίζοντας το τουρκικό έδαφος να φθάνουν στα ελληνικά σύνορα. Η αποτελεσματική λοιπόν αστυνόμευση των συνόρων αυτών,  βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας και πρακτικής είναι και προς το συμφέρον της ΕΕ και της Ελλάδας, όταν στοχεύει σε μια πιο δραστική αντιμετώπιση των παράνομών μεταναστευτικών ροών. Βέβαια αυτό δεν μας εμποδίζει να θέτουμε συστηματικά στα ευρωπαϊκά όργανα τα προβλήματα συνεργασίας που έχουμε με την Τουρκία στον τομέα της παράνομης μετανάστευσης. Ως προς το σκέλος – γιατί αυτά αφορούν βεβαίως την Τουρκία- των δικών μας δυνατοτήτων υπάρχει και εδώ σταθερή βελτίωση των δικών μας δυνατοτήτων, τόσο με εθνικούς όσο και με κοινοτικούς πόρους. Και χαρακτηριστικά αναφέρω από του πόρους αυτούς του κοινοτικούς το Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων της Ε.Ε. στο πλαίσιο του οποίου οι υπηρεσίες της χώρας μας προβλέπεται να χρηματοδοτηθούν από την Ε.Ε. με το ποσό των 147.8 εκατ. ευρώ.


ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ

Κύριε συνάδελφε,

Οι αγώνες μας για την αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο είναι και συνεχείς και συστηματικοί. Γνωρίζω πολύ καλά ως Βουλευτής Δωδεκανήσου το συνεχές αυτό πρόβλημα γύρω από τα σύνορά μας και γνωρίζετε πολύ καλά τις επιτυχίες της ελληνικής πλευράς στη βοήθεια την οποία παίρνουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τις εξωτερικές συνεχείς περιπολίες κατά μήκος των εξωτερικών μας συνόρων.

Σας παρέθεσα και στην πρώτη τοποθέτησή μου στοιχεία που πιστεύω ότι είναι σαφή και δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Να επαναλάβω προς αποφυγή παρεξηγήσεων,
ότι το τουρκικό πρόγραμμα των 3,7 δις ευρώ στο οποίο αναφερθήκατε είναι ένα εθνικό πρόγραμμα της γειτονικής χώρας και όχι βέβαια της Ε.Ε και αφορά στο συνολικό τρόπο διαχείρισης και αστυνόμευσης των εξωτερικών συνόρων της Τουρκίας και χρηματοδοτείται σε πολύ μεγάλο ποσοστό από τουρκικούς πόρους . Η υποστήριξη της ΕΕ συνίσταται – και σημειώνω ότι οι σχετικές αποφάσεις της παίρνονται με ειδική πλειοψηφία- σε προγράμματα για την προσαρμογή της νομοθεσίας της , στο κοινοτικό κεκτημένο σε όλους τους τομείς, όπως παραδείγματος χάρη στον εκσυγχρονισμό των τελωνείων, στην υποδοχή και απέλαση προσφύγων, στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και σε άλλους τομείς.

Υποστήριξη λοιπόν μπορεί να υπάρξει μόνον με αποκλειστικό στόχο την ανάπτυξη και ενίσχυση της νομικής,  θεσμικής και τεχνικής ικανότητας της Τουρκίας να ευθυγραμμιστεί  με τα κοινοτικά πρότυπα.  Στόχος είναι η καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, του λαθρεμπορίου, του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας.

Στόχος μας είναι η ευθυγράμμιση της Τουρκίας με το κοινοτικό κεκτημένο. Αυτό ελέγχουμε, αυτό αξιολογούμε. Γιατί η απαράδεκτη κατάσταση με την αυξανόμενη είσοδο παράνομων μεταναστών από τις τουρκικές ακτές πρέπει να σταματήσει. Όσα λοιπόν ισχυρίζεστε δεν έχουν βάση. Όσο δε για τη χώρα μας, επαναλαμβάνω, ότι από το  Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων της Ε.Ε. χρηματοδοτούνται δράσεις που αποσκοπούν στην αποτελεσματική εποπτεία των εξωτερικών συνόρων, από πλευράς ελέγχου αλλά και επιτήρησης.
 
Στο πλαίσιο αυτό η χώρα μας θα λάβει 147,8 εκ. ευρώ, τα οποία προστίθενται βεβαίως στους εθνικούς πόρους και τις γενικότερες προσπάθειες που καταβάλουμε τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Υποκατηγορίες